conductor

Αγγλικά (en)

      ενικός         πληθυντικός  
conductor conductors

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Αγγλική γλώσσαΚατηγορία:Ουσιαστικά (αγγλικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)#rotcudnoc

conductor (en)

  1. (μουσική)Κατηγορία:Μουσική (αγγλικά) ο μαέστρος, ο διευθυντής ορχήστρας, χορωδίας
    παράδειγμα  The conductor was on the podium.
    Ο μαέστρος ήταν στο βήμα.
  2. ο ελεγκτής εισιτηρίων σε συγκοινωνιακά μέσα
    παράδειγμα  The conductor asked him for his ticket.
    Ο ελεγκτής τού ζήτησε το εισιτήριο.
  3. (φυσική)Κατηγορία:Φυσική (αγγλικά) ο αγωγός (του ηλεκτρισμού, της θερμότητας κλπ)
    παράδειγμα  a good/bad conductor - καλός/κακός αγωγός
    παράδειγμα  a conductor of heat/electricity - αγωγός της θερμότητας/του ηλεκτρισμού
     αντώνυμα: insulator

Σύνθετα

Πηγές

Κατηγορία:Αγγλική γλώσσα Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά) Κατηγορία:Μουσική (αγγλικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (αγγλικά) Κατηγορία:Φυσική (αγγλικά)