decrease

Αγγλικά (en)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Αγγλική γλώσσαΚατηγορία:Ουσιαστικά (αγγλικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)#esaerced

      ενικός         πληθυντικός  
decrease decreases

decrease (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)

  • η μείωση, η ελάττωση, η απομείωση
    παράδειγμα  The increase in inflation means, in effect, a decrease in incomes.
    Η άνοδος του πληθωρισμού σημαίνει στην πράξη μείωση των εισοδημάτων.

Αντώνυμα

ΡήμαΚατηγορία:Αγγλική γλώσσαΚατηγορία:Ρήματα (αγγλικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)#esaerced

ενεστώτας decrease
γ΄ ενικό ενεστώτα decreases
αόριστος decreased
παθητική μετοχή decreased
ενεργητική μετοχή decreasing
Κατηγορία:Ρήματα που κλίνονται όπως το 'love' (αγγλικά)

decrease (en) (μάλλον επίσημοΚατηγορία:Επίσημοι όροι (αγγλικά))

Πηγές

Κατηγορία:Αγγλική γλώσσα Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά) Κατηγορία:Επίσημοι όροι (αγγλικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (αγγλικά) Κατηγορία:Ρήματα (αγγλικά) Κατηγορία:Ρήματα που κλίνονται όπως το 'love' (αγγλικά)