parente

Πορτογαλικά (pt)

Ετυμολογία

parente (pt) < λατινικό parens

ενικός πληθυντικός
parente parentes

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Πορτογαλική γλώσσα#parenteΚατηγορία:Ουσιαστικά (πορτογαλικά)#parente

parente (pt)

  1. ο συγγενής

ΕπίθετοΚατηγορία:Πορτογαλική γλώσσα#parenteΚατηγορία:Επίθετα (πορτογαλικά)#parente

parente (pt)

  1. ο,η συγγενής (π.χ. συγγενής γλώσσα), ο συγγενικός
Κατηγορία:Επίθετα (πορτογαλικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (πορτογαλικά) Κατηγορία:Πορτογαλική γλώσσα