performance
Αγγλικά (en)
| ενικός | πληθυντικός |
| performance | performances |
Ετυμολογία
- performance < perform + -anceΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ance (αγγλικά)
Προφορά
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Αγγλική γλώσσαΚατηγορία:Ουσιαστικά (αγγλικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)#ecnamrofrep
performance (en)
- η θεατρική (ή άλλου είδους) παράσταση, η εκτέλεση, η παρουσίαση ενός θεάματος μπροστά σε κοινό
a traditional dance performance - παράσταση παραδοσιακών χορών
afternoon/evening performance - απογευματινή/βραδινή παράσταση
an unusual performance of “Oedipus” - μια πρωτότυπη παράσταση του «Οιδίποδα»
The performance of his music/plays is banned.
- Η εκτέλεση της μουσικής του/των έργων του είναι απαγορευμένη.
performance rights - δικαιώματα εκτέλεσης (ενός έργου)- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη show
- η ερμηνεία, ο τρόπος που παίζει κάποιος σε μια παράσταση, συναυλία κτλ.
She gave an inspired performance.
- Έδωσε μια εμπνευσμένη ερμηνεία.
She gave the greatest performance of her career.
- Έδωσε την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας της.
Both actors deliver outstanding performances.
- Και οι δύο ηθοποιοί δίνουν εξαιρετικές ερμηνείες.
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η απόδοση, η επίδοση, η εμφάνιση, το κατά πόσο αποδίδει κάποιος ή κάτι στην εργασία που πρέπει να κάνει
the performance of a car/an athlete - η απόδοση ενός αυτοκινήτου/αθλητή
the performance of the engine - η επίδοση της μηχανής
The performance of government services is poor.
- Η απόδοση των κρατικών υπηρεσιών είναι κακή.
Sometimes there is a need for alternative implementations with different performance trade-offs.
- Μερικές φορές υπάρχει ανάγκη για εναλλακτικές υλοποιήσεις με διαφορετικές αντισταθμίσεις όσον αφορά την απόδοση.
The athlete gave the best performance of her career.
- Η αθλήτρια έκανε την καλύτερη εμφάνιση της καριέρας της.
- (μη μετρήσιμο, μόνο στον ενικό, επίσημοΚατηγορία:Επίσημοι όροι (αγγλικά)) η εκτέλεση μιας ενέργειας, ενός καθήκοντος κ.λπ.
in the performance of his duties - κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του
Πηγές
- performance - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 100, 274, 663. ISBN 9780194325684., λήμμα: απόδοση, εκτέλεση, παράσταση
Γαλλικά (fr)
Ετυμολογία
performance < αγγλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (γαλλικά)
Προφορά
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Γαλλική γλώσσα#performanceΚατηγορία:Ουσιαστικά (γαλλικά)#performanceΚατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (γαλλικά)#ecnamrofrep
| ενικός | πληθυντικός |
| performance | performances |
performance (fr) θηλυκό
- η απόδοση (τo κατά πόσο αποδίδει κάποιος ή κάτι στην εργασία που πρέπει να κάνει)
- η επίδοση ενός αθλητή, μηχανής, κ.λπ. σε σχέση με τους άλλους (άλλες)
- (μεταφορικά) το κατόρθωμα, η επιτυχία
Συγγενικά
Κατηγορία:Αγγλική γλώσσα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (γαλλικά)
Κατηγορία:Γαλλική γλώσσα
Κατηγορία:Επίσημοι όροι (αγγλικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ance (αγγλικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αμερικανικά αγγλικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (βρετανικά αγγλικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γαλλικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά (αγγλικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά (γαλλικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (γαλλικά)