prepare
Αγγλικά (en)
| ενεστώτας | prepare |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | prepares |
| αόριστος | prepared |
| παθητική μετοχή | prepared |
| ενεργητική μετοχή | preparing |
ΡήμαΚατηγορία:Αγγλική γλώσσαΚατηγορία:Ρήματα (αγγλικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)#eraperp
prepare (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) ετοιμάζω, προετοιμάζω, κάνω κάτι ή κάποιον έτοιμο να χρησιμοποιηθεί ή να κάνω κάτι
- (μεταβατικό και αμετάβατο) ετοιμάζομαι, προετοιμάζομαι να κάνω κάτι ή για κάτι που περιμένω να συμβεί
We are preparing (ourselves) to attack.
- Ετοιμαζόμαστε να επιτεθώ.
I am prepared for everything.
- Είμαι ετοιμασμένος/προετοιμασμένος για όλα.
They were preparing for the Olympics.
- Ετοιμάζονταν για τους Ολυμπιακούς.
The student is preparing (himself) for exams.
- Ο μαθητής προετοιμάζεται για τις εξετάσεις.
He is well-prepared for the competitions.
- Είναι καλά προετοιμασμένος για τους διαγωνισμούς.
- ≈ συνώνυμα: get ready, brace, gear up, gird for και ready
- (μεταβατικό) ετοιμάζω, προετοιμάζω, φτιάχνω φαγητό έτοιμο για κατανάλωση
The food is being prepared.
- Το φαγητό ετοιμάζεται/προετοιμάζεται.
I am preparing food.
- Φτιάχνω φαΐ.
Σύνθετα
Πηγές
- prepare - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 340, 950-951. ISBN 9780194325684., λήμμα: ετοιμάζω, φτιάχνω
Εσπεράντο (eo)
Ετυμολογία
ΕπίρρημαΚατηγορία:Γλώσσα εσπεράντο#prepareΚατηγορία:Επιρρήματα (εσπεράντο)#prepareΚατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (εσπεράντο)#eraperp
prepare (eo)