string together

Αγγλικά (en)

ενεστώτας string together
γ΄ ενικό ενεστώτα strings together
αόριστος strung together
παθητική μετοχή strung together
ενεργητική μετοχή stringing together

Ετυμολογία

 δείτε τις λέξεις string και together

ΡήμαΚατηγορία:Αγγλική γλώσσαΚατηγορία:Ρήματα (αγγλικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)#rehtegotgnirts

string together (en)

  1. διευθετώ σε σειρά, παρατάσσω, παρατάσσομαι
  2. (δευτερευόντως) συναπαρτίζω, συνδέω συνδυαστικά, συνδέω, συνδυάζω
Κατηγορία:Phrasal verbs (αγγλικά) Κατηγορία:Phrasal verbs με το together (αγγλικά) Κατηγορία:Αγγλική γλώσσα Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά) Κατηγορία:Ρήματα (αγγλικά)