αιθυλοβενζόλιο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αιθυλοβενζόλιο τα αιθυλοβενζόλια
      γενική του αιθυλοβενζολίου
& αιθυλοβενζόλιου
των αιθυλοβενζολίων
    αιτιατική το αιθυλοβενζόλιο τα αιθυλοβενζόλια
     κλητική αιθυλοβενζόλιο αιθυλοβενζόλια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αιθυλοβενζόλιο < αιθύλο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αιθύλο- (νέα ελληνικά) + βενζόλιο

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οιλοζνεβολυθια

αιθυλοβενζόλιο ουδέτερο

Συνώνυμα

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#οιλοζνεβολυθια
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αιθύλο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Χημεία (νέα ελληνικά)