βορειοδυτικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βορειοδυτικός η βορειοδυτική το βορειοδυτικό
      γενική του βορειοδυτικού της βορειοδυτικής του βορειοδυτικού
    αιτιατική τον βορειοδυτικό τη βορειοδυτική το βορειοδυτικό
     κλητική βορειοδυτικέ βορειοδυτική βορειοδυτικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βορειοδυτικοί οι βορειοδυτικές τα βορειοδυτικά
      γενική των βορειοδυτικών των βορειοδυτικών των βορειοδυτικών
    αιτιατική τους βορειοδυτικούς τις βορειοδυτικές τα βορειοδυτικά
     κλητική βορειοδυτικοί βορειοδυτικές βορειοδυτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

βορειοδυτικός < βορειο- + δυτικός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτυδοιεροβ

βορειοδυτικός, -ή, -ό

  1. που βρίσκεται προς το σημείο του ορίζοντα μεταξύ βορρά και δύσης
  2. που κοιτάει ή κατευθύνεται προς αυτό το σημείο του ορίζοντα
  3. που έρχεται από αυτό το σημείο του ορίζοντα
    βορειοδυτικός άνεμος

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτυδοιεροβ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά