σαργάνη

Αρχαία ελληνικά (grc)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική σαργάνη αἱ σαργάναι
      γενική τῆς σαργάνης τῶν σαργανῶν
      δοτική τῇ σαργάν ταῖς σαργάναις
    αιτιατική τὴν σαργάνην τὰς σαργάνᾱς
     κλητική ! σαργάνη σαργάναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σαργάν
γεν-δοτ τοῖν  σαργάναιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'γνώμη' (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά με κλίση 'δίκη' (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δίκη' (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)

Ετυμολογία

σαργάνη < λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Αρχαία ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)#ηναγρασ

σαργάνη, -ης θηλυκό

  1. πλέγμα, πλεξίδα
  2. (ελληνιστική σημασία)Κατηγορία:Ελληνιστική σημασία για αρχαίες λέξεις καλάθι, κοφίνι

Άλλες μορφές

Συγγενικά

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αρχαία ελληνικά Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ελληνιστική σημασία για αρχαίες λέξεις Κατηγορία:Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά με κλίση 'δίκη' (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'γνώμη' (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δίκη' (αρχαία ελληνικά)