σπόρος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σπόρος οι σπόροι
      γενική του σπόρου των σπόρων
    αιτιατική τον σπόρο τους σπόρους
     κλητική σπόρε σπόροι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

σπόρος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική Κατηγορία:Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) σπόρος[1] < σπορ- + -ος, μεταπτωτική βαθμίδα θέματος σπερ- που απαντά στο σπείρω < *σπερ-jω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *)(s)pregh- (σπέρνω, τινάζω) [2]

Προφορά

ΔΦΑ : /ˈspo.ɾos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: σπόρος

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοροπσ

σπόρος αρσενικό

  1. το σπέρμα του καρπού των φυτών που αναπαράγεται
  2. η σπορά
  3. το σπέρμα των αρσενικών
  4. (συνεκδοχικά) το παιδί, το τέκνο κάποιου
     συνώνυμα: απόγονος, γέννημα
  5. το μικροκαμωμένο άτομο
  6. (μεταφορικά)Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) η αρχή, η αφετηρία

Συνώνυμα

Συγγενικά

 ετυμολογικό πεδίο 
σπορ- 

θέμα με σπορ-

 και δείτε τη λέξη σπέρνω για θέμα σπερ-

Σύνθετα

και

Μεταφράσεις

Αναφορές

  1. σπόρος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.



Αρχαία ελληνικά (grc)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική σπόρος οἱ σπόροι
      γενική τοῦ σπόρου τῶν σπόρων
      δοτική τῷ σπόρ τοῖς σπόροις
    αιτιατική τὸν σπόρον τοὺς σπόρους
     κλητική ! σπόρε σπόροι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σπόρω
γεν-δοτ τοῖν  σπόροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά με κλίση 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)

Ετυμολογία

σπόρος < σπορ- + -ος, μεταπτωτική βαθμίδα θέματος σπερ- που απαντά στο σπείρω < *σπερ-jω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *)(s)pregh- (σπέρνω, τινάζω) [1]

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοροπσ

σπόρος αρσενικό

Συγγενικά

θέμα με σπορ-

 και δείτε τη λέξη σπείρω για θέμα σπερ-

Αναφορές

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ζητούμενα λήμματα (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Κεντρικά λήμματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά με κλίση 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' αρσενικά (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Σελίδες που χρειάζονται επιμέλεια (αρχαία ελληνικά)