Κατηγορία:Ουσιαστικά με κλίση 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | δρόμος | οἱ | δρόμοι |
| γενική | τοῦ | δρόμου | τῶν | δρόμων |
| δοτική | τῷ | δρόμῳ | τοῖς | δρόμοις |
| αιτιατική | τὸν | δρόμον | τοὺς | δρόμους |
| κλητική ὦ! | δρόμε | δρόμοι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | δρόμω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | δρόμοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
2η κλίση - δευτερόκλιτα παροξύτονα ή προπερισπώμενα σε -ος με γενική -ου
- ὁ δρόμος, τοῦ δρόμου, οἱ δρόμοι, τῶν δρόμων
για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'δρόμος'}} |
Pages in category "Κατηγορία:Ουσιαστικά με κλίση 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)"
- Ἀβαῖος
- ἀβακίσκος
- Ἀγαγγῖναι
- Ἀγαθῖνος
- ἀγοραῖοι
- ἀθερῖνος
- ἆθλος
- αἶθος
- Αἷμος
- αἶνος
- αἰπόλος
- Αἰσχυλῖνος
- Αἰσχύλος
- Ἀκανθιαῖοι
- ἀκρατοφόρος
- Ἀκυλῖνος
- Ἄλμος
- ἄμμος
- ἀμφορίσκος
- Ἄνδρος
- ἄνθος
- ἄντλος
- Ἀργεῖος
- Ἄργος
- Ἀρεταῖος
- ἄρκτος
- Ἄρκτος
- Ἀρκτοῦρος
- Ἄρνος
- ἀρτοκόπος
- ἄρτος
- Ἀσκραῖος
- ἀστραγαλῖνος
- ἀστραγαλίσκος
- Ἀττακῖνος
- Ἀφιδναῖος
- ἀχθοφόρος
- Βάκτρος
- Βάκχος
- Βακχύλος
- βαλλαντιοτόμος
- βάρδος
- βασιλίσκος
- βάτος
- βαύνος
- βίκος
- βῖκος
- βιολόγος
- βίος
- βίρρος
- βόθρος
- βόλος
- βόμβος
- Βορδῖνος
- Βοττιαῖοι
- Βουδῖνοι
- Βουθοαῖος
- βουκαῖος
- βουκόλος
- βοῦκος
- Βράγχος
- βράγχος
- βρένθος
- Βρεντεσῖνος
- Βριζῖνος
- βρόγχος
- βρόμος
- βρότος
- βροῦχος
- βρόχθος
- βρόχος
- βρύσσος
- βρῦτος
- βρύττος
- βρῶμος
- Βύβλος
- βύβλος
- βύσσος
- βῶλος
- Βῶλος
- βωμίσκος
- γαιοῦχος
- γάλλος
- γάμος
- γάρος
- γδοῦπος
- Γενναῖος
- γεοῦχος
- γεωμόρος
- γεωπόνος
- γίγγρος
- γίννος
- γλάνος
- γλῖνος
- γλοῦρος
- γνάθος
- γνόφος
- γόγγρος
- γόμος
- γομφίος
- γόμφος
- γόνος
- Γότθοι
- Γότθος
- γοῦρος
- γράσος
- -γράφος
- γρῖπος
- γρῖφος
- γρόνθος
- γρόσφος
- γρύλλος
- γρῦλος
- γῦρος
- γύψος
- δάνος
- Δάοι
- Δαρεῖος
- δαῦκος
- Δάφνος
- δάφνος
- Δεῖμος
- δειμός
- Δελφαῖος
- Δῆμος
- Δῆλος
- δῆμος
- δίσκος
- δίφρος
- δνόφος
- δόλος
- δόμος
- δορυφόρος
- δοῦλος
- δοῦπος
- δρῖλος
- δρόμος
- δρόσος
- δρυτόμος
- Δύστος
- ἔβρος
- Ἕβρος
- Εἰρηναῖος
- ἑκατηβόλος
- Ἔλος
- Ἕλος
- Ἐργῖνος
- ἐργολάβος
- Ἕρμος
- ἔρος
- ἐρυθρῖνος
- ἐρωτύλος
- ἑταῖρος
- Εὐκολῖνος
- εὐνοῦχος
- Εὐπαλῖνος
- ἐχῖνος
- Ἐχῖνος
- Ἑωσφόρος
- Ζεβεδαῖος
- ζῆλος
- ζόφος
- ζῦθος
- ζωγράφος
- Ζωγράφος
- ζωογράφος
- ζῳοφόρος
- ἧλος
- ἦχος
- θᾶκος
- θαλαμηπόλος
- θάψος
- θεῖος
- θεολόγος
- θέρμος
- θερμοφόρος
- Θηβαῖος
- θηριομάχος
- θηριοτρόφος
- θόλος
- θρᾶνος
- θρῆνος
- θρῦλος
- Θυμβραῖος
- θύννος
- θύρσος
- θῶκος
- ἰβίσκος
- ἱβίσκος
- ἱερακίσκος
- ἰκτῖνος
- Ἰουστῖνος
- ἶπος
- ἵππος
- -ίσκος
- Ἱστιαῖος
- Ἴστρος
- καδίσκος
- κάδος
- καῖρος
- κάκτος
- Καλλῖνος
- καμηλοκόμος
- κάμπος
- κανδιδᾶτος
- καρκίνος
- κάρος
- Καταναῖοι
- κάττος
- Κεβαλῖνος
- κέγχρος
- κέδρος
- κέπφος
- κέρκος
- κῆπος
- κίλλος
- κιονίσκος
- κίσθος
- κλαδίσκος
- Κλάδος
- κλῆθρος
- κλῶνος
- κόκκος
- κόλπος
- κόμπος
- κόπος
- κοπρολόγος
- κόπρος
- Κόπρος
- κόρος
- Κόρος
- κόσμος
- κοσμοφόρος
- κότος
- κόττος
- Κόττος
- κοῦρος
- Κρισπῖνος
- Κροῖσος
- κρόκος
- Κρόνος
- κρύος
- κτύπος
- κύδος
- Κυκλοβόρος
- κύκλος
- Κυμαῖος
- κυμινοπριστοκαρδαμογλύφος
- Κύνος
- Κῦνος
- κυνοῦχος
- Κύπρος
- κύσθος
- κῶλος
- κῶμος
- Κωνσταντῖνος
- λάκκος
- Λάκμος
- Λάμπρος
- Λάτος
- λέμφος
- λεξικογράφος
- Λέρος
- Λέσβος
- Ληθαῖος
- λιθογλύφος
- λιθοδόμος
- λιθοξόος
- λίθος
- Λίνος
- λίστρος
- Λογγῖνος
- Λόγγος
- λογογράφος
- λόγος
- λοῖσθος
- λόφος
- Λόφος
- Λυκῖνος
- Λυκίσκος
- λύκος
- Λυκοῦργος
- λύχνος
- Μακρῖνος
- Μαρῖνος
- μαρῖνος
- Μαρκελλῖνος
- Μάρκος
- Μᾶρκος
- Μαρτῖνος
- Ματθαῖος
- μεταλλωρύχος
- μετεωρολόγος
- Μῆδος
- μηλοῦχος
- μίλτος
- μιμογράφος
- μίνθος
- μόθος
- μόρος
- μόχθος
- μυθογράφος
- μῦθος
- μύρτος
- μῶμος
- Νάννος
- νᾶνος
- Νάξος
- νᾶσος
- ναυτίλος
- Νεῖλος
- νερτεροδρόμος
- νῆσος
- νόμος
- νόσος
- νόστος
- νότος
- νοῦσος
- νῶτος
- Ξάνθος
- ξενοδόχος
- οἰκονόμος
- οἶκος
- οἶμος
- οἶνος
- οἰσοφάγος
- ὄκνος
- ὄλβος
- ὅλμος
- ὄμβρος
- ὄνθος
- ὄνος
- Ὀρεστῖνος
- ὅρμος
- ὅρος
- ὄρρος
- ὄρχος
- οὖρος
- ὄχος
- πάγος
- πᾶγος
- παλαμναῖος
- πάλος
- πάππος
- πάρδος
- παροιμιογράφος
- Πάτμος
- πάτος
- Παῦλος
- πεζογράφος
- πεζολόγος
- πέπλος
- πηδαλιοῦχος
- πῆδος
- πῆνος
- πίθος
- πῖλος
- Πίνδος
- πίνος
- πίσος
- πλάνος
- πλαστογράφος
- πλίνθος
- πλόκος
- πλοῦτος
- ποδίσκος
- Πόθος
- Πόλος
- πόλτος
- πομπίλος
- πόνος
- πόρνος
- πόρος
- Πόρος
- πότμος
- πρῖνος
- προῦμνος
- προῦνος
- προχειρογράφος
- πυγμάχος
- πῦος
- πυργίσκος
- πύργος
- πυροφόρος
- πυρπόλος
- Πύρρος
- πῶλος
- Πώρος
- πῶρος
- ῥάβδος
- ῥάμνος
- Ρ̓ᾶρος
- ῥόμβος
- ῥόμος
- Ῥοῦφος
- ῥόχθος
- Ῥωμύλος
- ῥῶπος
- σάγος
- σάκκος
- σάκος
- Σαῦλος
- σίλλος
- σίμβλος
- Σίνδος
- σκᾶπος
- Σκάρος
- Σκιάθος
- σκόμβρος
- σκορπίος
- σκότος
- Σκότος
- σκύμνος
- Σκῦρος
- σκῦρος
- σκυτοτόμος
- σκύφος
- Σκῶλος
- σμίνθος
- Σμυρναῖος
- σόγχος
- σοῦχος
- Σπάρος
- σπόγγος
- σπογγοτόμος
- σπόρος
- Στασῖνος
- σταφυλῖνος
- στιχογράφος
- στίχος
- στοῖχος
- στόλος
- στρόμβος
- στρόφος
- στῦλος
- Σύρμος
- σφαιρομάχος
- σχῖνος
- σχοινίκλος
- σχοινίλος
- Σχοῖνος
- σχοῖνος
- ταγοῦχος
- τάξος
- Ταῦρος
- ταῦρος
- τάφος
- τάφρος
- Τεγυραῖος
- Τέλλος
- Τέλος
- τῖλος
- τοῖχος
- τοιχωρύχος
- Τόμος
- τόπος
- τόρμος
- τόρνος
- τόρος
- τράγος
- Τράγος
- Τράλλοι
- τρίβος
- Τρικκαῖος
- Τριποδισκαῖος
- Τριποδίσκος
- Τρίτος
- τρόπος
- τροῦλλος
- τροχίσκος
- τρύγος
- Τύλος
- τύμβος
- τύπος
- τυραννοκτόνος
- τῦφος
- ὕδρος
- ὑδροφόρος
- ὕπνος
- φάγρος
- Φάρος
- φάσκος
- φθόγγος
- φθόνος
- Φιλαῖος
- φλοῖσβος
- φόβος
- Φοῖβος
- φορμίσκος
- φόρος
- φόρτος
- φοῦρνος
- Φρῦνος
- φρῦνος
- Φύσκος
- χέρσος
- χῆρος
- χλαμυδηφόρος
- χοῖρος
- χοιροτρόφος
- χόλος
- χρόνος
- χρυσοχόος
- ψάμμος
- ψόλος
- ψόφος
- ψύλλος
- ὦμος
- Ὦξος
- ὦχρος
- ϝοῖνος
- Κατηγορία:Κύρια ονόματα που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Κατηγορία:Κύρια ονόματα που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Κύρια ονόματα που κλίνονται όπως το 'δρόμος' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Κατηγορία:Κύρια ονόματα που κλίνονται όπως το 'δρόμος' αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Κύρια ονόματα που κλίνονται όπως το 'δρόμος' θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Κατηγορία:Κύρια ονόματα που κλίνονται όπως το 'δρόμος' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Κατηγορία:Κύρια ονόματα που κλίνονται όπως το 'δρόμος' παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Κύρια ονόματα που κλίνονται όπως το 'δρόμος' προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Κατηγορία:Κύρια ονόματα που κλίνονται όπως το 'δρόμος' προπερισπώμενα (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Κύρια ονόματα που κλίνονται όπως το 'δρόμος' χωρίς ενικό (αρχαία ελληνικά)
- Κατηγορία:Κύρια ονόματα που κλίνονται όπως το 'δρόμος' χωρίς πληθυντικό (αρχαία ελληνικά)
- Κατηγορία:Κύρια ονόματα που κλίνονται όπως το 'δρόμος' χωρίς πληθυντικό (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' εξαιρέσεις (αρχαία ελληνικά)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' θηλυκά (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' θηλυκά ή αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' κοινού γένους (αρχαία ελληνικά)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' κοινού γένους (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' προπερισπώμενα (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' στον πληθυντικό (αρχαία ελληνικά)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' χωρίς ενικό (αρχαία ελληνικά)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' χωρίς ενικό (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' χωρίς πληθυντικό (αρχαία ελληνικά)