Κατηγορία:Ρήματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
| Κατηγορίες » Γλώσσα: Μεσαιωνικά ελληνικά » Γραμματικές κατηγορίες » Ρήματα ««« |
| για τους συντάκτες: στο κυρίως ρήμα (ενεργητικό ή αποθετικό)
στον παθητικό τύπο (που δεν είναι αποθετικό)
|
Pages in category "Κατηγορία:Ρήματα (μεσαιωνικά ελληνικά)"
- ἀβγατίζω
- ἀβιζάρω
- ἀγαθολογέω
- ἀγαθολογῶ
- ἀγγρίζω
- ἀγκατιάζω
- ἀγριοβλέπω
- ἀγωγιάζω
- ἀϊδάρω
- αἰτιάζω
- ἀκαματεύω
- ἀκουμπῶ
- ἀλέθω
- ἀμαντιάζω
- ἀμαντίζω
- ἀναγιώνω
- ἀναθιβάλλω
- ἀναμνίζω
- ἀναμουρδώνω
- ἀναπτερώνω
- ἀνασφάζομαι
- ἀνατάζω
- ἀναφτερακίζω
- ἀναχωρίζω
- ἀνταμώνω
- ἀντιβολῶ
- ἀντιμαχῶ
- ἀντιμετριοῦμαι
- ἀξάφτω
- ἀπαρθενεύω
- ἀπλικάρω
- ἀπλικεύω
- ἀποζυγώνω
- ἀποκεφαλίζω
- ἀποκουντουρίζω
- ἀποκρατῶ
- ἀποκωλώνω
- ἀπομαργώνω
- ἀποσκυβαλίζω
- ἀποσταίνω
- ἀποσφονδυλίζω
- ἀποτάσσω
- ἀποτυφλώνω
- ἀποφθέγγομαι
- ἀράζω
- ἀράσσω
- ἀρνοῦμαι
- ἀρραβωνιάζω
- ἀρρεβωνιάζω
- ἀστραπηβολῶ
- ἀφήνω
- ἀφρίζω
- ἁφταίνω
- ἅφτω
- ἀχαμνογελῶ
- βαβίζω
- βαγιλίζω
- βασιλεύω
- βαστῶ
- βιγλῶ
- βοΐζω
- βουλλώνω
- βουρβουρύζω
- βουρτσίζω
- βρίσκω
- γαγίζω
- γαλεύω
- γαστρώνω
- γεννῶ
- γένομαι
- γιανίσκω
- γίνομαι
- γιομίζω
- γιώνω
- γλακῶ
- γλυτώνω
- γρυλλώνω
- γρυλώνω
- δακρυοβολῶ
- δαμάζω
- διαγουμίζω
- διαμηνύω
- διασαλπίζω
- διέπω
- διωματεύομαι
- δογματίζω
- δοξεύγω
- δοξεύω
- δωρίζω
- δωροποιῶ
- ἐγγαστρόω
- ἐγγαστρώνω
- ἐγκαλλωπίζω
- ἐγλιστρῶ
- εἶμαι
- ἐκβαίνω
- εκδουλεύω
- ἐνστερνίζομαι
- ἐξαγορεύω
- ἐξακούω
- ἐξανακτίζω
- ἐξάπτω
- ἐξαφρίζω
- ἐξεύρω
- ἐξευτελίζω
- ἐξημερώννω
- ἐξημερώνω
- ἐξοδιάζω
- ἐπιστηρίζω
- ἐπιφωνῶ
- ἐπιχωριάζω
- ἑσπερίζω
- ἑστιάζω
- ζηλεύω
- ζυγαρίζω
- ζωοτροφῶ
- ἠξεύρω
- θαρσαλεύω
- θεωρῶ
- θρηνοβολῶ
- θυμιατίζω
- θωρῶ
- ἰγδίζω
- ἱεροτελῶ
- ἰσχυρίζομαι
- κάθομαι
- καθυποβάλλω
- κακανθρωπίζω
- κακαρίζω
- κακοκαρδίζω
- καληνωρίζω
- καμμύω
- καμμυῶ
- καμμῶ
- κάμνω
- καμώνω
- καρδιοσφάζομαι
- κατακεντῶ
- καταλαβαίνω
- καταμαδῶ
- καταμιτώνω
- καταμοσκεύω
- καταμουντζώνω
- καταμουσκεύω
- καταπέμπω
- καταπηδάω
- καταπιάνομαι
- καταρρέω
- κατασβολώνω
- καταχύνω
- κατεργάζομαι
- κερατώνω
- κερδαίνω
- κηλώνω
- κλαδίζω
- κλαίγω
- κλείνω
- κλωθογυρίζω
- κνήθω
- κόβω
- κογκλουντέρω
- κολοβώνω
- κομπώνω
- κοπανίζω
- κουζουλαίνω
- κουκουβίζω
- κουκουδώνω
- κουράζω
- κουτρουλεύω
- κουτσοκεφαλίζω
- κουφώνω
- κρατύνω
- κρεοφαγῶ
- κρούγω
- κρούω
- κρυγιαίνω
- κτενίζω
- κτυπῶ
- κυλίζω
- κυλῶ
- λαβώνω
- λαγχάνω
- λαλῶ
- λαμιώνω
- λαμπυρίζω
- λασπώνω
- λαχαίνω
- λέω
- λουκτουκιῶ
- λούννω
- λούνω
- λουτρακίζομαι
- λουτρικίζομαι
- λύνω
- λωβιάζω
- λωφάζω
- μαργώνω
- μαρδώνομαι
- ματαγυρίζω
- μαχανιάζω
- μεγαλώνω
- μερεύω
- μεσημεριάζω
- μεταγυρίζω
- μεταλαβαίνω
- μισεύω
- μονοοικῶ
- μοντάρω
- μορμυρίζω
- μοσκεύω
- μουδιῶ
- μουλτεύω
- μουσκεύω
- μουτεύω
- μπάζω
- μπερδεύω
- μυτίζω
- νήθω
- νηστεύω
- νιώθω
- νιώνω
- νοικοκυρεύω
- ντύνω
- νυκτοπαρωρῶ
- ξαγλιῶ
- ξαναγράφω
- ξανακτίζω
- ξαπλώνω
- ξεγνοιάζω
- ξεδιπλώνω
- ξεκάμνω
- ξεκληρίζω
- ξεκολλῶ
- ξεκρεμῶ
- ξεκωλώνω
- ξελιγώνω
- ξεμακραίνω
- ξεμασελίζομαι
- ξενιτεύω
- ξενοδοχῶ
- ξενοιάζω
- ξέρω
- ξερῶ
- ξεσκονίζω
- ξεύρω
- ξημερώννω
- ξημερώνω
- ξοδιάζω
- ξυλοσοφῶ
- ὀμπλιγάρω
- παραθερίζω
- παραμερίζω
- παραταυρίζω
- παρτολογῶ
- παστολογῶ
- παστρεύω
- πεζοδρομῶ
- περιτέγγω
- περιχωρέω
- πετάω
- πετῶ
- πιπιλίζω
- πλανεύω
- πλανῶ
- πλέω
- πλήσκω
- πλικεύω
- πνάζω
- ποτάζω
- προβιδιάζω
- προβλέπω
- προεξέχω
- πταίω
- πτωχαίνω
- ῥινοτομέω
- ῥωμανίζω
- σαλεύγω
- σέβω
- σιμώνω
- σιργουλίζω
- σκιάζω
- σκοτῶ
- σκοτώνω
- σκουλλίζω
- σκύπτω
- σπαστρεύω
- σταχώνω
- στέκω
- στιμάρω
- στρεβλῶ
- συνδιασκέπτομαι
- συντυχαίνω
- συρίζω
- ταράζω
- ταυρίζω
- τζενιάζομαι
- τζιλάω
- τολμάω
- τραγουδῶ
- τσακίζω
- τσαμπουνίζω
- τσατσαρίζω
- τσιληπουρδῶ
- ὑλοβαρῶ
- ὑπαντεύω
- ὑπομιμνήσκω
- φαίνω
- φέρνω
- φισκοῦμαι
- φκαιραίνω
- φτωχαίνω
- *φυλακέω
- φωρῶ
- χλεμπονιάζω
- χλιμιντρίζω
- χρηματοδοτῶ
- χτενίζω
- χώνω
- ψαλμωδέομαι
- ψήνω
- Κατηγορία:Ρήματα στην παθητική φωνή (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Κατηγορία:Ρηματικοί τύποι (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Κατηγορία:Ρήματα χωρίς ενεργητική φωνή (μεσαιωνικά ελληνικά)