ινσουλινοεξαρτώμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ινσουλινοεξαρτώμενος η ινσουλινοεξαρτώμενη το ινσουλινοεξαρτώμενο
      γενική του ινσουλινοεξαρτώμενου της ινσουλινοεξαρτώμενης του ινσουλινοεξαρτώμενου
    αιτιατική τον ινσουλινοεξαρτώμενο την ινσουλινοεξαρτώμενη το ινσουλινοεξαρτώμενο
     κλητική ινσουλινοεξαρτώμενε ινσουλινοεξαρτώμενη ινσουλινοεξαρτώμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ινσουλινοεξαρτώμενοι οι ινσουλινοεξαρτώμενες τα ινσουλινοεξαρτώμενα
      γενική των ινσουλινοεξαρτώμενων των ινσουλινοεξαρτώμενων των ινσουλινοεξαρτώμενων
    αιτιατική τους ινσουλινοεξαρτώμενους τις ινσουλινοεξαρτώμενες τα ινσουλινοεξαρτώμενα
     κλητική ινσουλινοεξαρτώμενοι ινσουλινοεξαρτώμενες ινσουλινοεξαρτώμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ινσουλινοεξαρτώμενος < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) insulinodépendant ή την αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) insulin-dependent. Μορφολογικά αναλύεται σε ινσουλίν(η) + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + εξαρτώμενος.

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμωτραξεονιλυοσνι

ινσουλινοεξαρτώμενος, -η, -ο

  1. (νεολογισμόςΚατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά), ιατρικήΚατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά)) σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1
  2. (νεολογισμόςΚατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά), ιατρικήΚατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά)) που πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)