πίνακας
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | πίνακας | οι | πίνακες |
| γενική | του | πίνακα | των | πινάκων |
| αιτιατική | τον | πίνακα | τους | πίνακες |
| κλητική | πίνακα | πίνακες | ||
| Κατηγορία όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||


Αποτελείται από:
Tuples: πλειάδες (γραμμές)
Attributes, A1, A2, ... A3 : γνωρίσματα ή ιδιότητες (στήλες)
Value: τα δεδομένα
Ετυμολογία
- πίνακας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) πίναξ, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική Κατηγορία:Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) tableau[1]
Προφορά
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σακανιπ
πίνακας αρσενικό
- μεγάλη επίπεδη (συνήθως) ξύλινη επιφάνεια
- υπάρχει ειδικός πίνακας για την αφισοκόλληση
- (ειδικότερα) μεγάλη ορθογώνια επιφάνεια με ειδική επίστρωση ώστε να μπορεί εύκολα να γράφει κάποιος με κιμωλία ή μαρκαδόρο, ανάλογα την επίστρωση, αλλά και να σβήσει ότι έγραψε εύκολα που συνήθως χρησιμοποιείται σε σχολεία ή άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα, αίθουσες διαλλέξεων κλπ. ή απλά σε ευδιάκριτα σημεία εσωτερικών χώρων
- με κάλεσε ο καθηγητής στον πίνακα
- έργο ζωγραφικής
- κατάλογος στοιχείων ή πληροφοριών διατεταγμένων σε γραμμές και στήλες
- στον παρακάτω πίνακα φαίνονται οι σχετικοί αριθμοί
- αντί να χάνεις το χρόνο σου, ψάξε στον πίνακα των περιεχομένων
- (μαθηματικά)Κατηγορία:Μαθηματικά (νέα ελληνικά) προκαθορισμένη διάταξη αριθμών ή άλλων μαθηματικών αντικειμένων σε γραμμές και στήλες στην οποία στην κάθε θέση που ορίζεται απο την τομή μίας γραμμής και μίας στήλης αντιστοιχίζεται ένας μόνο αριθμός ή αντικείμενο
- (προγραμματισμός)Κατηγορία:Προγραμματισμός (νέα ελληνικά) ειδική δομή αποθήκευσης ομοειδών στοιχείων με μία προκαθορισμένη διάταξη η οποία υπακούει σε ένα κανόνα αρίθμησης κατά τον οποίον αντιστοιχείται ένας μοναδικός συνδυασμός ακεραίων αριθμών στην κάθε θέση της δομής και αναλόγως τον αριθμό των ακεραίων που αποτελούν τον κάθε συνδυασμό μιλάμε για μονοδιάστατο, δισδιάστατο, τρισδιάστατο κλπ. πίνακα και, γενικά, για τη διάσταση του πίνακα
- Δείτε επίσης: μονοδιάστατος πίνακας
- (βάσεις δεδομένων)Κατηγορία:Βάσεις δεδομένων (νέα ελληνικά) στις σχεσιακές βάσεις δεδομένων: ειδική δομή αποθήκευσης δεδομένων στην οποία καταχωρίζονται τα δεδομένα σε γραμμές (εγγραφές) και στήλες (η κάθε μία από τις τελευταίες έχει μοναδική ονομασία και αποτελούν τα πεδία των γραμμών-εγγραφών) ούτως ώστε στην κάθε στήλη να καταχωρίζονται δεδομένα του ιδίου τύπου (data type)
Συγγενικά
Σύνθετα
Πολυλεκτικοί όροι
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
πίνακας του σχολείου
έργο ζωγραφικής
όργανα για τον έλεγχο συστήματος
κατάλογος στοιχείων
πίνακας περιεχομένων
τρόπος αποθήκευσης (πληροφορική)
Αναφορές
- ↑ πίνακας - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ Ευαγγελία Πιτουρά, «Το Σχεσιακό Μοντέλο και η Σχεσιακή Άλγεβρα», σελ. 43, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Προσπέλαση 2020-02-04
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Βάσεις δεδομένων (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μαθηματικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλακας' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προγραμματισμός (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)