προστατευόμενος

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

προστατευόμενος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) προστατευόμενος & μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) protégé [1]

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμουετατσορπ

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο προστατευόμενος η προστατευόμενη το προστατευόμενο
      γενική του προστατευόμενου της προστατευόμενης του προστατευόμενου
    αιτιατική τον προστατευόμενο την προστατευόμενη το προστατευόμενο
     κλητική προστατευόμενε προστατευόμενη προστατευόμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι προστατευόμενοι οι προστατευόμενες τα προστατευόμενα
      γενική των προστατευόμενων των προστατευόμενων των προστατευόμενων
    αιτιατική τους προστατευόμενους τις προστατευόμενες τα προστατευόμενα
     κλητική προστατευόμενοι προστατευόμενες προστατευόμενα
Συγκρίνετε με την κλίση των ουσιαστικοποιημένων.
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

προστατευόμενος, -η, -ο

Μεταφράσεις

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμουετατσορπ

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο προστατευόμενος οι προστατευόμενοι
      γενική του προστατευόμενου
& προστατευομένου
των προστατευόμενων
& προστατευομένων
    αιτιατική τον προστατευόμενο τους προστατευόμενους
& προστατευομένους
     κλητική προστατευόμενε προστατευόμενοι
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Συγκρίνετε με την κλίση της μετοχής προστατευόμενος.
Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδινάλιος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

προστατευόμενος αρσενικό (θηλυκό προστατευόμενη, λόγιο: προστατευομένη)

  • αυτός που τον έχει πάρει υπό την προστασία του κάποιος ισχυρός

Μεταφράσεις

Αναφορές



Αρχαία ελληνικά (grc)

γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική προστατευόμενος προστατευομένη τὸ προστατευόμενον
      γενική τοῦ προστατευομένου τῆς προστατευομένης τοῦ προστατευομένου
      δοτική τῷ προστατευομέν τῇ προστατευομέν τῷ προστατευομέν
    αιτιατική τὸν προστατευόμενον τὴν προστατευομένην τὸ προστατευόμενον
     κλητική ! προστατευόμενε προστατευομένη προστατευόμενον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ προστατευόμενοι αἱ προστατευόμεναι τὰ προστατευόμεν
      γενική τῶν προστατευομένων τῶν προστατευομένων τῶν προστατευομένων
      δοτική τοῖς προστατευομένοις ταῖς προστατευομέναις τοῖς προστατευομένοις
    αιτιατική τοὺς προστατευομένους τὰς προστατευομένᾱς τὰ προστατευόμεν
     κλητική ! προστατευόμενοι προστατευόμεναι προστατευόμεν
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ προστατευομένω τὼ προστατευομέν τὼ προστατευομένω
      γεν-δοτ τοῖν προστατευομένοιν τοῖν προστατευομέναιν τοῖν προστατευομένοιν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λυόμενος' όπως «λυόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές με κλίση 'λυόμενος' (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'λυόμενος' (αρχαία ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Αρχαία ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)#σονεμουετατσορπ

προστατευόμενος, -η, -ον

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αρχαία ελληνικά Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές με κλίση 'λυόμενος' (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές μεσοπαθητικού ενεστώτα (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'λυόμενος' (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδινάλιος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)