application

Αγγλικά (en)

      ενικός         πληθυντικός  
application applications

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Αγγλική γλώσσαΚατηγορία:Ουσιαστικά (αγγλικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)#noitacilppa

application (en)

  1. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η αίτηση, ένα επίσημο (συχνά γραπτό) αίτημα για κάτι, όπως μια δουλειά, άδεια να κάνω κάτι ή μια θέση σε ένα κολέγιο ή πανεπιστήμιο
    παράδειγμα  Fill out the applications with capital letters.
    Συμπληρώστε τις αιτήσεις με κεφαλαία γράμματα.
    παράδειγμα  I will try to push your application through to get the loan.
    Θα προσπαθήσω να προωθήσω την αίτησή σου για να πάρεις το δάνειο.
  2. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η εφαρμογή, η πρακτική χρήση κάτι, ειδικά μιας θεωρίας, ανακάλυψης κτλ.
    παράδειγμα  the applications of this theory/invention - οι εφαρμογές αυτής της θεωρίας/εφεύρεσης
  3. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η εφαρμογή, η ενέργεια κατά την οποία τοποθετούμε ή απλώνουμε κάτι σε μία επιφάνεια
    παράδειγμα  the application of an ointment - η εφαρμογή μιας αλοιφής
  4. (μη μετρήσιμο) η εφαρμογή, η ενέργεια του να εφαρμόζω έναν κανόνα ή νόμο
    παράδειγμα  the strict application of the new law - η αυστηρή εφαρμογή του νέου νόμου
  5. (πληροφορική)Κατηγορία:Πληροφορική (αγγλικά) η εφαρμογή, το πρόγραμμα
    παράδειγμα  The application closed unexpectedly.
    Η εφαρμογή έκλεισε απρόσμενα.
     συνώνυμα:  program και software
    συντομογραφία: app

Συγγενικά

  •  δείτε τη λέξη apply

Υπώνυμα

Πολυλεκτικοί όροι

Πηγές



Γαλλικά (fr)

      ενικός         πληθυντικός  
application applications

Ετυμολογία

application < (κληρονομημένο) μέση γαλλική Κατηγορία:Κληρονομημένες λέξεις από τη μέση γαλλική (γαλλικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τη μέση γαλλική (γαλλικά) application < παλαιά γαλλική Κατηγορία:Κληρονομημένες λέξεις από τα παλαιά γαλλικά (γαλλικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα παλαιά γαλλικά (γαλλικά) aplicacion < λατινική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (γαλλικά) applicātiōnem, αιτιατική ενικού του applicatio
ΑΠΟΓΟΝΟΙ:Κατηγορία:Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (γαλλικά) νέα ελληνικά: απλικασιόν με διαφορετική σημασία

Προφορά

ΔΦΑ : /a.pli.ka.sjɔ̃/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γαλλικά)
 Κατηγορία:Λήμματα με ήχο στην προφορά (γαλλικά)
ομόηχο:Κατηγορία:Ομόηχα (γαλλικά) applications

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Γαλλική γλώσσα#applicationΚατηγορία:Ουσιαστικά (γαλλικά)#applicationΚατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (γαλλικά)#noitacilppa

application (fr) θηλυκό

  1. εφαρμογή
  2. ευσυνειδησία

Εκφράσεις

Συγγενικά

 και δείτε τη λέξη appliquer & λατινικό plico

Πηγές

Κατηγορία:Pages using the Phonos extension Κατηγορία:Αγγλική γλώσσα Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (γαλλικά) Κατηγορία:Γαλλική γλώσσα Κατηγορία:Κληρονομημένες λέξεις από τα παλαιά γαλλικά (γαλλικά) Κατηγορία:Κληρονομημένες λέξεις από τη μέση γαλλική (γαλλικά) Κατηγορία:Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (γαλλικά) Κατηγορία:Λήμματα με ήχο στην προφορά (γαλλικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γαλλικά) Κατηγορία:Ομόηχα (γαλλικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (αγγλικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (γαλλικά) Κατηγορία:Πληροφορική (αγγλικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (γαλλικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα παλαιά γαλλικά (γαλλικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τη μέση γαλλική (γαλλικά) Κατηγορία:Προγραμματισμός (γαλλικά)