μπολ
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- μπολ < (άμεσο δάνειο) γαλλική Κατηγορία:Δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) bol < μέση αγγλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τη μέση αγγλική (νέα ελληνικά) bolle (> αγγλική bowl) < αγγλοσαξονική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλοσαξονικά (νέα ελληνικά) bolla, λέξη συγγενής του παλαιού γερμανικού bolla (φουσκάλα)[1]

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#λοπμ
μπολ ουδέτερο άκλιτοΚατηγορία:Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- ημισφαιρικό κεραμικό, πορσελάνινο ή γυάλινο σκεύος, σχετικά μικρό, για σερβίρισμα
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) παραμερίζει πάνω στο χαμηλό τραπεζάκι του καναπέ τα μπολ με τα τσιπς, τα κριτσίνια, το χούμους και το γκουακαμόλε και ακουμπά την πιατέλα με τα ζεστά κομμάτια πίτσας (Ντορίνα Παπαλιού, Η φωνή στα χέρια της, εκδ. Ίκαρος, 2024)
- στρογγυλό ή τετράγωνο πλαστικό ή γυάλινο δοχείο με καπάκι για τη φύλαξη φαγητού στο ψυγείο
Άλλες γραφές
Παράγωγα
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
Αναφορές
- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
Πηγές
- μπολ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- μπολ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#λοπμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλοσαξονικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τη μέση αγγλική (νέα ελληνικά)