Κατηγορία:Επίθετα με κλίση 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)
2η κλίση - δικατάληκτα βαρύτονα επίθετα σε -ος, -ος, -ον
- ὁ δύσκολος, ἡ δύσκολος, τὸ δύσκολον
- ὁ τοξοβόλος, ἡ τοξοβόλος, τὸ τοξοβόλον
- ὁ χυδαῖος, ἡ χυδαῖος, τὸ χυδαῖον
για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'δύσκολος'}} |
Pages in category "Κατηγορία:Επίθετα με κλίση 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)"
- ἀάατος
- ἄαπτος
- ἄατος
- ἀβέβαιος
- ἀβούλευτος
- ἄβυσσος
- ἀγάννιφος
- ἀγγελιαφόρος
- ἀγγελόμορφος
- ἀγγελοφόρος
- ἀγήλατος
- ἀγήρατος
- ἁγιοφόρος
- ἄγληνος
- ἄγνωστος
- ἄγροικος
- ἄγχαυρος
- ἀγχέμαχος
- ἀγχίμολος
- ἀγχώμαλος
- ἀδείμαντος
- ἀδέκαστος
- ἀδελφοκτόνος
- ἀδέσποτος
- ἀδέψητος
- ἀδήριτος
- ἀδηφάγος
- ἀδιάγνωστος
- ἀδίαντος
- ἀδιάσειστος
- ἀδιάτρεπτος
- ἄδικος
- ἀδίστακτος
- ἀδόκητος
- ἄδορος
- ἀδορυφόρητος
- ἄδραστος
- ἄδωρος
- ἄειλος
- ἀείμνηστος
- ἀείρροος
- ἀεξίβιος
- ἀεροπλάνος
- ἄθεος
- ἀθλοφόρος
- ἄθυμος
- ἀθυρόστομος
- ἀθῷος
- αἴγινος
- αἰδέσιμος
- αἰθεροδρόμος
- αἰθεροπόρος
- αἴθριος
- αἱμόφυρτος
- αἱμύλιος
- αἴσυλος
- Ἀκάνθιος
- ἀκαταμάχητος
- ἀκίνδυνος
- ἀκίνητος
- ἀκιρός
- ἀκίχητος
- ἀκοινώνητος
- ἀκόλουθος
- ἄκομος
- ἀκόρητος
- ἄκρατος
- ἀκράχολος
- ἀκρόβολος
- ἀκροβόλος
- ἀκρόχολος
- ἀκτένιστος
- ἀκύρωτος
- ἄλαστος
- ἀλησμόνητος
- ἄληστος
- ἀλίαστος
- ἁλίβαπτος
- ἁλίβρεκτος
- ἁλίβρωτος
- ἀλιτήριος
- Ἄλπειος
- ἄμβροτος
- ἀμελητέος
- ἀμετάπτωτος
- ἀμετρόβιος
- ἀμήχανος
- ἄμικτος
- ἀμνησιπόνηρος
- ἄμνηστος
- ἄμοιρος
- ἀμπελόφυτος
- ἄμυλος
- ἀμφαρίστερος
- ἀμφήριστος
- ἀμφίγλωσσος
- ἀμφιδέξιος
- ἀμφιδήριτος
- ἀμφίστομος
- ἀναίσθητος
- ἄναλος
- ἀναμφήριστος
- ἀνάξιος
- ἀνάπηρος
- ἀναπόνιπτος
- ἄναρχος
- ἄνατος
- ἀνδρείκελος
- ἀνδρογόνος
- ἀνεγκέφαλος
- ἀνέκδοτος
- ἀνέκλειπτος
- ἀνέκπλυτος
- ἀνέλπιστος
- ἀνεξέλεγκτος
- ἀνεπιδόκητος
- ἀνεπικοινώνητος
- ἀνεπίξεστος
- ἀνέργαστος
- ἄνεργος
- ἀνέφικτος
- ἄνηβος
- ἄνιπτος
- ἀνισεπίπεδος
- ἄνοδος
- ἀνόρεκτος
- ἄνορχος
- ἀνούσιος
- ἀντήλιος
- ἀντροδίαιτος
- ἀνυπόδητος
- ἀνύσιμος
- ἄνωρος
- ἄξεινος
- ἄξενος
- ἄξεστος
- ἀξιόμαχος
- ἀξύλιστος
- ἀξύνετος
- ἄπαππος
- ἀπαραμύθητος
- ἄπαστος
- ἄπεπτος
- ἀπήμαντος
- ἄπιστος
- ἄπλυτος
- ἀποβολιμαῖος
- ἀπόγλουτος
- ἄποικος
- ἀπόκοπος
- ἀπόνηρος
- ἄπονος
- ἀπόρρητος
- ἀπόστροφος
- ἀπότομος
- ἀποφώλιος
- ἄπταιστος
- ἀπύλωτος
- ἀργυρώνητος
- ἀρίδηλος
- ἀρκτοτρόφος
- ἄρρωστος
- ἄρωστος
- ἄσημος
- ἀσμάραγος
- ἄσπετος
- ἀσπιδηφόρος
- ἀσπιδοφόρος
- ἀστυνόμος
- ἄσυλος
- ἀσύφηλος
- ἀσώματος
- ἀτάλαντος
- ἀτάσθαλος
- ἀτελεσφόρητος
- ἀτημέλητος
- ἄτιμος
- ἄτλητος
- ἄτροπος
- αὐτοκίνητος
- αὐτόκωλος
- αὐτότεχνος
- αὐτόφωρος
- ἄφαρκτος
- ἄφθιτος
- ἄφθονος
- ἄφλεβος
- ἄφρακτος
- ἄφραστος
- ἀφύλακτος
- ἀφύρατος
- ἀχθοφόρος
- ἄχραντος
- ἀχρήσιμος
- ἄχρηστος
- ἀχώριστος
- ἁψίκορος
- ἄωρος
- ἄωτος
- βαθύκολπος
- βαθύσκιος
- βαϊοφόρος
- βάναυσος
- βάρβαρος
- βαρβαρόφωνος
- βαρύτιμος
- βαρύτονος
- βάσκανος
- βιομήχανος
- βοηθόος
- βουκέφαλος
- βουπόρος
- βρεφοκτόνος
- βριήπυος
- βροντόφωνος
- Βρυσωνοθρασυμαχειοληψικέρματος
- βρώσιμος
- βύσσινος
- βωμολόχος
- γαλήνιος
- γαμοστόλος
- γάποτος
- γαστρίμαργος
- γαῦρος
- -γειος
- γενέσιος
- γερασφόρος
- γηροκόμος
- γηροτρόφος
- -γλωσσος
- γομφόδετος
- γομφότομος
- -γονος
- -γραφος
- δακρυσίστακτος
- δασύκερκος
- δειλόψυχος
- δηλητήριος
- διαβόητος
- διαγώνιος
- διάδοχος
- διάδρομος
- διάκενος
- διάμετρος
- δίαμμος
- διάσημος
- διάστερος
- διάτορος
- διάτροπος
- διάφορος
- διάψιλος
- δίβολος
- δίγαμος
- δίγλωσσος
- δίγνωμος
- δικατάληκτος
- δικέφαλος
- δικότυλος
- δίκροτος
- δίκωπος
- διλήμματος
- διμέτωπος
- δίοπος
- διπρόσωπος
- δίπτυχος
- δίπυρος
- δίρρυτος
- δισήμαντος
- δίσημος
- δισπίθαμος
- δίστιχος
- δίστοιχος
- δίστομος
- δισύλλαβος
- δίτροχος
- δίφθογγος
- δίφορος
- δίφωνος
- δίχηλος
- δίχρονος
- δίχρωμος
- διώροφος
- δίωτος
- δοκησίσοφος
- δόκιμος
- -δοξος
- δορυφόρος
- δουροτόμος
- δύσαγνος
- δυσανάγνωστος
- δυσάρεστος
- δύσαρκτος
- δυσδιάλυτος
- δυσείματος
- δυσείσβολος
- δυσέκνιπτος
- δυσεξάλειπτος
- δυσεξερεύνητος
- δυσεξήγητος
- δύσεργος
- δυσήνιος
- δύσηχος
- δυσίμερος
- δυσκέλαδος
- δυσκίνητος
- δυσκοινώνητος
- δύσκολος
- δύσκωφος
- δύσλοφος
- δύσνιφος
- δυσπαίπαλος
- δυσπάρευνος
- δυσπέμφελος
- δυστέκμαρτος
- δύστηνος
- δύστροπος
- δυσχείμερος
- δύσχιμος
- δυσώνυμος
- δωροδόκος
- ἐγγαστρίμυθος
- ἔγγειος
- ἐγκάθειρκτος
- ἐγκάτοικος
- ἐγκέφαλος
- ἔγκοτος
- ἔγκυος
- ἔκβλητος
- ἕκηλος
- ἔκκλητος
- ἐκλυτήριος
- ἔκπλυτος
- ἔκτακτος
- ἔκτομος
- ἔκφυλος
- ἐλαφηβόλος
- ἐλαφοκτόνος
- ἐλευθεροποιός
- ἑλικοβλέφαρος
- ἑλικοδρόμος
- Ἑλληνοπόντιος
- ἐλπιδοφόρος
- ἐμπεδόμοχθος
- ἐμπεδόμυθος
- ἔμπεδος
- ἐμπειροπόλεμος
- ἐμπερίστατος
- ἔμπηρος
- ἐναλίγκιος
- ἔνατμος
- ἐνεύναιος
- ἔνθρονος
- ἐννευρόκαυλος
- ἔνορχος
- ἔντιμος
- ἐντόπιος
- ἐνύπνιος
- ἐνυπόστατος
- ἔξαιτος
- ἔξαλλος
- ἔξαλος
- ἔξαρνος
- ἔξηβος
- ἔξωρος
- ἑξώροφος
- ἑόρτιος
- ἐπήκοος
- ἐπιβατήριος
- ἐπιβόητος
- ἐπίγειος
- ἐπίζηλος
- ἐπίκαιρος
- ἐπίκοτος
- ἐπίκουρος
- ἐπίλοιπος
- ἐπίμαστος
- ἐπιμοίριος
- ἐπίμοιρος
- ἐπίμοχθος
- ἐπιμύλιος
- ἐπιναύσιος
- ἐπίρρινος
- ἐπίσημος
- ἐπίσκοπος
- ἐπίσταθμος
- ἐπισφύριος
- ἐπίτρομος
- ἐπίφατος
- ἔποικος
- ἔποχος
- ἐπώνυμος
- ἐρασίμολπος
- ἐρασιπλόκαμος
- ἐρασιχρήματος
- ἐρείψιμος
- ἐρειψίτοιχος
- ἐρῆμος
- ἔρημος
- ἐρίβρομος
- ἐρίγληνος
- ἐρίδμητος
- ἐρικτέανος
- ἐρίκτυπος
- ἐρίμυκος
- ἐρίπλευρος
- ἐρωτύλος
- ἑτερόγλωσσος
- ἐτήτυμος
- ἐτυμολόγος
- εὐάγγελος
- εὐαλλοίωτος
- εὐανάσειστος
- εὐανάσφαλτος
- εὔβουλος
- εὔγληνος
- εὐδιάλλακτος
- εὐέλικτος
- εὐεξάλειπτος
- εὔζωνος
- εὔθοινος
- εὔθυμος
- εὐκέλαδος
- εὐκοινώνητος
- εὔκομος
- εὔμολπος
- εὔμορφος
- εὐνοῦχος
- εὐπροσήγορος
- εὔπυγος
- εὑρεσίτεχνος
- εὐρύοδος
- εὐστόμαχος
- εὔσωμος
- εὔυδρος
- εὔφορος
- εὐώνυμος
- ἔφεδρος
- ἐφημέριος
- ἐφήμερος
- ἐφίμερος
- ἐχεόδηκτος
- ζάκοτος
- ζάπλουτος
- ζείδωρος
- ζηλότυπος
- ζωηφόρος
- ζωοδόχος
- ζῳφόρος
- ἡδύποτος
- ἡδύφθογγος
- -ήλατος
- -ήμερος
- ἡμίειλος
- ἡμίεφθος
- ἡμίξηρος
- ἡμιφάλακρος
- ἠΰκομος
- θαλασσόπληκτος
- θαλλοφόρος
- θεήλατος
- θεημάχος
- θεηπόλος
- θεμέλιος
- θεόδμητος
- θεοδόσιος
- θεόκλητος
- θεοκτόνος
- θεόληπτος
- θεόφθογγος
- θεοφόρος
- θερμόβουλος
- θέσπιος
- θρῆσκος
- θυρσοφόρος
- θωρακοφόρος
- ἰάλεμος
- ἰδάλιμος
- ἱεραφόρος
- ἰθύβιος
- ἵλαος
- ἵππουρος
- ἰχθύβολος
- ἰχθυοτρόφος
- κάγκανος
- καθάρειος
- καθάριος
- κάθετος
- κακόζηλος
- κακόηχος
- κακόμοιρος
- κακόμορφος
- κακοπρόσωπος
- κακόφωνος
- καλαθηφόρος
- καλαμόφυλλος
- καλλίκομος
- καλλιπρόσωπος
- καλλίπυγος
- καλλίσφυρος
- καλλιώνυμος
- κανηφόρος
- κάπηλος
- -κάρδιος
- καρπάλιμος
- καρτερόψυχος
- κατάβροχος
- κατάγλωττος
- κατάδρομος
- κατάκοπος
- κατάπληκτος
- κατάπτυστος
- κατάρροος
- κατάστερος
- κατάστικτος
- κατάφορτος
- κατάφωρος
- κατοικίδιος
- κάτομβρος
- κατώδυνος
- καχύποπτος
- κεβλήγονος
- κερασφόρος
- κεραυνόπληκτος
- κεραυνοῦχος
- κεραυνοφόρος
- κερδοφόρος
- κήλεος
- Κιθαιρώνειος
- κλεψίγαμος
- κοινόλεκτος
- κόλος
- κορυνηφόρος
- κοσμογόνος
- κοσμογράφος
- κουροτρόφος
- κυνόγλωσσος
- κυνόπληκτος
- κυνοῦχος
- κυψελόβυστος
- κωπήλατος
- λάβρος
- λαιμητόμος
- λακκόπρωκτος
- λαμπαδηφόρος
- λειπόσαρκος
- λείφαιμος
- λέπαργος
- λεπτόγαιος
- λεπτόγειος
- λεπτόγραμμος
- λεύσιμος
- λεωφόρος
- λιθόβλητος
- λιθόδμητος
- λιπόγαμος
- λιπόγληνος
- λιπόσαρκος
- λίπουρος
- λίφαιμος
- λογοδαίδαλος
- λογχοφόρος
- λοῖσθος
- μακρήγορος
- μακροήμερος
- μακρολόγος
- μακρόπνοος
- μαμμόθρεπτος
- μανιόκηπος
- μαῦρος
- μαψίδιος
- μεγαλόσχημος
- μεγαλώνυμος
- μεγάτιμος
- μελάγχιμος
- μελάμπυγος
- μελανηφόρος
- μελάνυδρος
- μελίκομπος
- μελισσοκόμος
- μελίχρυσος
- μελλοθάνατος
- μεμψίμοιρος
- μέρμερος
- μεσαιπόλιος
- μεσοπόλιος
- μετακοίνωνος
- μετέωρος
- μέτοχος
- μηλοφάγος
- μηλοφόρος
- μιαιφόνος
- μιηφόνος
- μικρολόγος
- μικροπόνηρος
- μικροφιλότιμος
- μικρόψυχος
- μισόξενος
- μονόλιθος
- μονοπρόσωπος
- μονόφθαλμος
- μονόφυλλος
- μονόφωνος
- μόνωτος
- μόρσιμος
- μωρολόγος
- ναυσίπορος
- ναύφθορος
- νεκυάμβατος
- νεκυοστόλος
- νεόδμητος
- νεόθηκτος
- νεόνυμφος
- νεόπλυτος
- νήγρετος
- νήδυμος
- νήκεστος
- νήπυστος
- νήριτος
- νήστιμος
- νικηφόρος
- νιφόβολος
- νόστιμος
- νύκτερος
- νυκτιπόλος
- νυκτίφαντος
- νυχθήμερος
- νώδυνος
- -ξανθος
- ξιφηφόρος
- ξυνώνυμος
- ὀβριμόθυμος
- ὀζόστομος
- -οικος
- ὀλεθροτόκος
- ὀλιγοφάγος
- Ὀλύμπιος
- ὀμβροφόρος
- ὅμευνος
- ὁμογάλακτος
- ὁμόλεκτρος
- ὁμότριχος
- ὁμόφωνος
- ὁμωρόφιος
- ὀνειροπόλος
- ὀνειροτόκος
- ὀνήσιμος
- ὀνοματολόγος
- ὀξύηχος
- ὀξυπύθμενος
- ὀξυτόρος
- ὁπλιτοδρόμος
- ὁπλοφόρος
- ὀπωροφόρος
- ὀρείτροφος
- ὀρεσίτροφος
- ὀρθόδοξος
- ὀρροπυγόστικτος
- ὀψίπλουτος
- παγκόσμιος
- πάγχρηστος
- παιδότρωτος
- παλίμψηστος
- παλίνδρομος
- πάμμαχος
- παμμίαρος
- πανάμωμος
- πανείκελος
- πανεύφορος
- πανόμοιος
- πανσέληνος
- παράβυστος
- παράγωγος
- παραδοξολόγος
- παράδοξος
- παράλληλος
- παράνομος
- παράξενος
- παράπληκτος
- παράσιτος
- παράσπονδος
- παράτολμος
- παράτονος
- παράφωνος
- παρέστιος
- πάροικος
- παρώνυμος
- πάρωρος
- πατροκτόνος
- πατροῦχος
- παυσίπονος
- παχύδερμος
- πεζομάχος
- πελαγοδρόμος
- πελεκυφόρος
- πενθήμερος
- πεντάδραχμος
- πεντάμορφος
- περίπολος
- περίπτερος
- περιτραχήλιος
- περίτρομος
- περίφοβος
- πικρόχολος
- πίσυνος
- πλάνος
- πλατύπυγος
- πλησίστιος
- -πλοκος
- -πλυτος
- ποθόβλητος
- πολιοῦχος
- πολυαίματος
- πολύαιμος
- πολύανθος
- πολύγλωσσος
- πολύγλωττος
- πολύγνωμος
- πολύγονος
- πολύγωνος
- πολύδροσος
- πολυεύσπλαγχνος
- πολυμήχανος
- πολυόμματος
- πολυόφθαλμος
- πολύπλαγκτος
- πολύπλοκος
- πολύρριζος
- πολύσαρκος
- πολύσπαστος
- πολυσύνδετος
- πολυτάραχος
- πολύτεκνος
- πολύτροπος
- πολύτρυτος
- πολύυδρος
- πολυφάσματος
- πολυφόρος
- πολύφυτος
- πολύχρωμος
- ποντοπόρος
- πότιμος
- πράσινος
- προγάμιος
- πρόδηλος
- προεόρτιος
- πρόοδος
- προσείκελος
- πρόσειλος
- πρόσηβος
- προσήλιος
- πρόσφορος
- προύνεικος
- πρόφαντος
- πρόχειλος
- πρόχειρος
- προώριος
- πρόωρος
- πρωτοπόρος
- πρωτότυπος
- -πτερος
- πτολιπόρθιος
- πτολίπορθος
- πυγοστόλος
- πυκνόστικτος
- πυρίκαυστος
- πυρομάχος
- πυροφόρος
- πυρρόξανθος
- πυρφόρος
- πωγωνοφόρος
- ῥινότμητος
- ῥοδοδάκτυλος
- σαρκοφόρος
- σεμνολόγος
- σημαιοφόρος
- σησαμόπαστος
- σητόβρωτος
- σκατοφάγος
- σκληροτράχηλος
- σουνιάρατος
- σπάταλος
- σπερμολόγος
- σπουδαιογέλοιος
- σπουδογέλοιος
- στενόχωρος
- στερνοῦχος
- στεφανηφόρος
- -στροφος
- στυγόδεμνος
- σύγκαιρος
- συγκατανευσιφάγος
- συγκληρονόμος
- σύγκλητος
- σύγχρονος
- σύμμαχος
- σύμμορφος
- σύμφωνος
- σύνεδρος
- συνέκδημος
- συνήγορος
- σύντομος
- σύντροφος
- συνώνυμος
- σύρριζος
- σύσπαστος
- σφυρήλατος
- ταλακάρδιος
- τανύγλωσσος
- τανύκνημος
- ταχυδρόμος
- ταχύποτμος
- τερατογόνος
- τερπικέραυνος
- τερψίμβροτος
- τετράδραχμος
- τετράσκαλμος
- τημελοῦχος
- τοξοβόλος
- τριακόντορος
- τριάρμενος
- τριγράμματος
- τρίλοβος
- τριώροφος
- τροχήλατος
- τυμβοφόνος
- τύραννος
- ὑδροφόρος
- ὕπανδρος
- ὑπέγγυος
- ὑπεύθυνος
- ὑποβολιμαῖος
- ὕποινος
- ὑπόπικρος
- ὑποχόνδριος
- ὕφαλμος
- ὕφαλος
- ὑψήγορος
- ὑψίπεδος
- φαεσίμβροτος
- φάλανθος
- φαντασιοκόπος
- -φαντος
- φερέοικος
- φερέπονος
- φερέσβιος
- φιλάδελφος
- φίλανδρος
- φιλάρετος
- φιλάρχαιος
- φιλάσθενος
- φιλελεύθερος
- φιλεύσπλαγχνος
- φιλόδοξος
- φιλόζῳος
- φιλόζωος
- φιλόλογος
- φιλόνικος
- φιλόξενος
- φιλόπονος
- φιλότεχνος
- φιλότιμος
- φιλόψυχος
- φλύαρος
- φρενόπληκτος
- φρεωρύχος
- φυγόπονος
- φυλλόστρωτος
- -φωνος
- φώριος
- φωσφόρος
- φωτοφόρος
- χαμαίζηλος
- χαραξίποντος
- χαυνόπρωκτος
- χειρόγραφος
- χειροποίητος
- χέρσος
- χιονόβλητος
- χιονοβόλος
- χιονοτρόφος
- χλοηφόρος
- χοληδόχος
- χρυσεόδμητος
- χρύσεος
- χρυσηλάκατος
- χρυσήλατος
- χρυσόγονος
- χρυσόθρονος
- χρυσοφόρος
- χρυσοχάλινος
- χυδαῖος
- ψακαλοῦχος
- ψευδολόγος
- ψευδώνυμος
- ψίθυρος
- ψυχοφθόρος
- ὠκύαλος
- ὠκύμολος
- ὠκύμορος
- ὠκύπορος
- ὠκύπτερος
- ὠμοτόκος
- ὠμοφάγος
- -ώνυμος
- ὡρηφόρος
- Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)
- Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'δύσκολος' (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'τοξοβόλος' (αρχαία ελληνικά)
- Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'τοξοβόλος' (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'τοξοβόλος' εξαιρέσεις (αρχαία ελληνικά)
- Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'χυδαῖος' (αρχαία ελληνικά)
- Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'χυδαῖος' (ελληνιστική κοινή)