Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' (νέα ελληνικά)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | βουνό | τα | βουνά |
| γενική | του | βουνού | των | βουνών |
| αιτιατική | το | βουνό | τα | βουνά |
| κλητική | βουνό | βουνά | ||
| Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ουδέτερα ισοσύλλαβα ουσιαστικά σε -ό όπως
- το βουνό, του βουνού, τα βουνά, των βουνών
για τους συντάκτες: {{el-κλίση-'βουνό'}} |
Pages in category "Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' (νέα ελληνικά)"
- αβασταγό
- αβγό
- αγαθό
- Αγαθό
- αγαρικό
- αγγειοδιασταλτικό
- αγγειοσυσπαστικό
- αγγιό
- αγερικό
- αγκιό
- αγκομαχητό
- αγρινό
- αγρογλυφικό
- αγχολυτικό
- αερικό
- αερομαχητικό
- αεροναυαγοσωστικό
- αεροπλανικό
- αιμοστατικό
- αιτιατό
- ακουστικό
- ακρυλικό
- αλαλητό
- αλατερό
- αλευρικό
- αληταριό
- αλιευτικό
- αλλαντικό
- αλληλοδιδακτικό
- αμυγδαλωτό
- αναβολικό
- αναγνωστικό
- αναισθητικό
- ανακατερό
- αναλγητικό
- αναληπτικό
- Ανατολικό
- αναφιλητό
- αναχαιτιστικό
- αναψυκτικό
- ανεμικό
- ανθελονοσιακό
- ανθρακικό
- ανθρωποκυνηγητό
- ανθρωπολεπτό
- ανθρωπωνυμικό
- ανοσοποιητικό
- ανταλλακτικό
- αντεθνικό
- αντεμετικό
- αντηλιακό
- αντιαιμοπεταλιακό
- αντιαιμορραγικό
- αντιαλλεργικό
- αντιανεμικό
- αντιαρρυθμικό
- αντιβηχικό
- αντιβιοτικό
- αντιδιαρροϊκό
- αντιελκωτικό
- αντιεμετικό
- αντιηλιακό
- αντιισταμινικό
- αντικαταθλιπτικό
- αντικολλητό
- αντικουνουπικό
- αντιλεξικό
- αντιπαρασιτικό
- αντιπηκτικό
- αντιπιτυριδικό
- αντιπυρετικό
- αντιρευματικό
- αντισηπτικό
- αντισυλληπτικό
- αντιτορπιλικό
- αντιτορπιλλικό
- αντιυπερτασικό
- αντιφυματικό
- αντιχολινεργικό
- αντιψυκτικό
- απεντομωτικό
- αποδεικτικό
- αποθεματικό
- αποκολλητικό
- απολιπαντικό
- απολυμαντικό
- απορριξιμιό
- απορρυπαντικό
- αποσκληρυντικό
- αποσμητικό
- αποσυρραπτικό
- αποτριχωτικό
- αποφυλλωτικό
- αποχρεμπτικό
- αργαλειό
- Αργυρό
- αριθμητικό
- -αριό
- αρματαγωγό
- αρνητικό
- αρπακτικό
- αρσενικό
- αρτεσιανό
- αρχονταριό
- αρχοντικό
- ασβεσταριό
- ασημικό
- ασκηταριό
- αυγό
- αυχενικό
- αφαλατικό
- αφεντικό
- αφροδισιακό
- βαγεναριό
- βαθμωτό
- Βαλαριό
- βαλμαδιό
- βαλμαριό
- βαρκό
- Βασιλικό
- βαφτιστικό
- βεγγαλικό
- Βικιλεξικό
- βιογραφικό
- βιοϋλικό
- βλαχαδερό
- βλαχουριό
- βλεννολυτικό
- Βλυχό
- βογγητό
- βογκητό
- βορδοναρειό
- βορδοναριό
- Βορεινό
- βορικό
- βουητό
- βουνό
- Βουνό
- βουρδουναρειό
- βραδιανό
- βρεγματικό
- βρετό
- βρογχοδιασταλτικό
- γαργαλητό
- γερμανικό
- γερουνδιακό
- γεωγλυφικό
- γεωυλικό
- γιατρικό
- γλυκό
- γλυπτό
- γνωμικό
- γογγυτό
- γουναρικό
- γουργουρητό
- Γραμματικό
- γραπτό
- γυαλικό
- γυαλιστικό
- γυμνό
- Γυμνό
- γυφταριό
- Δασκαλειό
- δασκαλειό
- Δασκαλιό
- δειλινό
- δεματικό
- δεντρό
- δερμοκαλλυντικό
- δεσποτικό
- δημητριακό
- δημοτικό
- διακριτικό
- διαμαντικό
- διαμαρτυρικό
- διαξονικό
- διαφημιστικό
- διαφορικό
- διδακτορικό
- δικαιολογητικό
- δικτυωτό
- διμηνιό
- διουρητικό
- δισεκατομμυριοστό
- δοξαστικό
- δουλεμπορικό
- δουλικό
- δυναμικό
- Δωρικό
- εγκεφαλικό
- εδαφοβελτιωτικό
- εθνωνυμικό
- ειλητό
- εισαγωγικό
- εισοδικό
- εκατομμυριοστό
- εκατοστό
- εκκαθαριστικό
- εκρηκτικό
- ελαιοραβδιστικό
- ελαστικό
- ελαφρολαϊκό
- ελαφρυντικό
- ελεφαντοστό
- εμβαδό
- εμετοκαθαρτικό
- εμμηναγωγό
- εμπορικό
- ενδοκρινικό
- ενεργητικό
- ενωτικό
- εξοχικό
- εξωτερικό
- επιβατηγό
- επισκοπικό
- επιτροπικό
- ερπετό
- ερυθρό
- ερωτηματικό
- εσωτερικό
- ευζωνικό
- εφιδρωτικό
- εωθινό
- ζαρζαβατικό
- ζαχαρωτό
- Ζεμενό
- ζεστό
- ζευγολατειό
- ζευγολατιό
- Ζηλευτό
- ζυγωματικό
- ζυγωτό
- ζυμαρικό
- ζωντανό
- ημιαποθετικό
- ημιφορτηγό
- ηχοβολιστικό
- θαλασσομαχητό
- θαμνοκοπτικό
- θαυμαστικό
- θεριό
- θηλαστικό
- θηλυκό
- θηριό
- Θορικό
- θρομβολυτικό
- θυμητικό
- θυμιατό
- θυμικό
- θωρακωτό
- θωρηκτό
- θωρηχτό
- ιδανικό
- ιερό
- -ιό
- ιστιοδρομικό
- ιστιοπλοϊκό
- ιστορικό
- καθαριστικό
- καθαρό
- καθαρτικό
- καθισιό
- καθιστικό
- καθολικό
- κακό
- καλλυντικό
- καλό
- Καματερό
- καμπαναριό
- καπελειό
- καπηλειό
- καπνικόν
- Καποδιστριακό
- καραπουτσαριό
- καρβουναριό
- καστανό
- καταδρομικό
- καταλαλητό
- καταλογιστό
- κατανυκτικό
- καταστατικό
- καταστατό
- κατεβατό
- κατηχητικό
- κατουρλιό
- κατρουλιό
- κατσαρολικό
- καφασωτό
- καψικό
- κενό
- κεραμιδαρειό
- κεραμιδαριό
- κεραμικό
- Κεραμωτό
- κηπευτικό
- κηφηναριό
- κιλό
- κινητό
- Κλειστό
- κλιματιστικό
- κοιλό
- κοκό
- κολατσιό
- κολατσό
- κομμουνισταριό
- κουλό
- κουτσοβλαχικό
- κουτσομπολιό
- κουφό
- κρασαριό
- κρασοπουλειό
- κτιστικά
- κυανό
- κυνηγητό
- κυριακό
- λαγωνικό
- λαδερό
- λαδικό
- λαζαρικό
- λαμπρυντικό
- λαχανικό
- λεξικό
- λεπτό
- λευκό
- λεφτό
- λιακωτό
- λιβανωτό
- λινό
- λιοτριβειό
- λιπαντικό
- λιτρουβειό
- λιτρουβιό
- λογικό
- λογισμικό
- λοιμικό
- Λοιμικό
- λουλουδικό
- λουτρό
- Λουτρό
- λυτρισμικό
- Λυχνό
- μαγειρειό
- μαγερειό
- μαγκιπειό
- μαερειό
- Μακεδνό
- μακελειό
- μαλακτικό
- μαροκινό
- μεγεθυντικό
- μερδικό
- μερινό
- μερτικό
- μεταξωτό
- μεταπτυχιακό
- μετατρυγικό
- μεταϋλικό
- μηδενικό
- μηχανογραφικό
- μιαρό
- μικρογλυπτό
- μικροποσό
- μιλητό
- μισό
- μνημονικό
- Μορτερό
- μορφολογικό
- μουγκανητό
- μουγκρητό
- μουρμουρητό
- μπακιρικό
- μπανιερό
- μπατσικό
- μπαχαρικό
- μπετό
- μπιμπερό
- μπουμπουνητό
- μπουσουλητό
- μυαλό
- μυρωδικό
- μυστικό
- μωρό
- μωσαϊκό
- ναματερό
- νανοπλαστικό
- νανοϋλικό
- ναρκαλιευτικό
- ναρκωτικό
- ναυαγοσωστικό
- ναυλοσυμφωνητικό
- ναυλωτικό
- νεογνό
- νερό
- νευροληπτικό
- νευροχημικό
- νεφρό
- νηστκό
- Νιμπορειό
- νοικοκεριό
- νοικοκυριό
- νοσοκομειακό
- νυφικό
- νυχτικό
- ξαερό
- ξαντό
- ξαπλωταριό
- ξεκαλοκαιριό
- ξερατό
- ξερό
- ξεφωνητό
- ξεχειμαδιό
- ξωτικό
- ογδοηκοστό
- οδοιπορικό
- οδωνυμικό
- οικοχωριό
- ολοσηρικό
- ονοματολογικό
- οπλιταγωγό
- οπωρικό
- ορεκτικό
- ορεχτικό
- Οριό
- ορνιθαριό
- ορυκτό
- οστό
- ουρλιαχτό
- ουσιαστικό
- οχηματαγωγό
- οχυρό
- παγανό
- παγοθραυστικό
- παγωτό
- παθητικό
- παλτό
- παπαδαριό
- παραθετικό
- παρακαλετό
- παραλαλητό
- παραλαλώ
- παραλογητό
- παραμιλητό
- παραστατικό
- παρουσιαστικό
- παρτσακλό
- πατερό
- πατρωνυμικό
- πεζό
- πειθαρχικό
- πειρατικό
- Πεντελικό
- περιοδικό
- περιπολικό
- περιστατικό
- πεταχτό
- πετρογλυφικό
- πετροκοπιό
- Πετρωτό
- Πευκωτό
- πηλαλητό
- πιατικό
- πιεστικό
- πιλαλητό
- πιοτό
- πιστοποιητικό
- πισωκολλητό
- πλαστερό
- πλαστικό
- πλεκτό
- πλευρό
- πλεχτό
- πλυσταριό
- πλυστικό
- πνευστό
- ποδαρικό
- ποδοβολητό
- ποιμενικό
- πολεμικό
- πολυανθρακικό
- πολυκαταγραφικό
- πολυμορφικό
- πορνοπεριοδικό
- πορφυρό
- ποσό
- ποσοστό
- ποτό
- πουλερικό
- πουρό
- πουσταριό
- πουταναριό
- πρακτικό
- πρεβιοτικό
- προβιοτικό
- προβολικό
- προβοσκιδωτό
- προγνωστικό
- προικιό
- προξενιό
- προτακτικό
- προωστικό
- πρωινό
- πτερό
- πτηνό
- πυρομαχικό
- πυρπολικό
- πωρικό
- ρακαριό
- ρακιτζό
- ρακοπουλειό
- ρεμπελιό
- ρευστό
- ρημαδιό
- ρητό
- ριζικό
- ρολό
- ρουχικό
- ροχαλητό
- ρυμουλκό
- ρυτό
- Σαββατιανό
- σαλατικό
- σανό
- Σαρακηνό
- σεισμογραφικό
- Σιγιλιό
- Σιγκιλιό
- Σιγκλιό
- σιδερικό
- σιδηροϋλικό
- σιταγωγό
- σκαπανικό
- σκατό
- σκεπτικό
- σκηνικό
- σκιαγραφικό
- σκολειό
- σκουπιδαριό
- σολανό
- σπαρτό
- σπασμολυτικό
- σπιτικό
- σπογγαλιευτικό
- σπορικό
- στενό
- Στενό
- στερεό
- στερεοφωνικό
- στιλό
- στιχηρό
- στοιχειό
- στρατιωτικό
- Στρατονικό
- στυλό
- συμπαθητικομιμητικό
- συμπεθεριό
- συμπιεστό
- συμφωνητικό
- συνθετικό
- συνταχτικό
- συντηρητικό
- συνυποσχετικό
- συρραπτικό
- συστατικό
- σφαχτό
- σφυρό
- σχολειό
- σχολικό
- τεκνό
- τελετουργικό
- τεμπελχανειό
- τεμπελχανιό
- τερματικό
- τετρααρσενικό
- τζαμωτό
- τζοβαϊρικό
- τηλεομοιοτυπικό
- τηλεπεριοδικό
- το αβγό του Κολόμβου
- τονωτικό
- τοπογραφικό
- τραγανό
- τραμπουκαριό
- τρεχαλητό
- τριαξονικό
- τριφτό
- τροφοδοτικό
- τρυπητό
- τρωκτικό
- τσαγερό
- τσαγιερό
- τσιγγαναριό
- Τσικαλαριό
- τσικαλαριό
- τσιριχτό
- τσιρλητό
- τσιρλιό
- τσουκαλαριό
- τυπικαριό
- τυπικό
- τυπολογικό
- τυχερό
- υαλικό
- υαλωτό
- υγρό
- υλικό
- υλικολογισμικό
- υλισμικό
- υπερικό
- υπερρευστό
- υπερστερεό
- υποκοριστικό
- υποπυρομαχικό
- υποστατικό
- υποσχετικό
- φαγητό
- φαλαιναλιευτικό
- φαλαινοθηρικό
- φαντασιακό
- φασισταριό
- φευγατιό
- φευγιό
- φθογγολογικό
- φιλιατρό
- φοιτηταριό
- φονικό
- φοροκυνηγητό
- φορτηγό
- φουρναριό
- φουσκωτό
- φρικιό
- φρουτοποτό
- φτερό
- φτωχικό
- φτωχοπλυσταριό
- φυλαχτό
- φυσερό
- φυσομανητό
- φυτό
- φυτωνυμικό
- φωτερό
- φωτιστικό
- φωτοαντιγραφικό
- φωτοβολταϊκό
- χαϊδευτικό
- χαλεπιανό
- χαρακτηριστικό
- χαρακτικό
- χαρκιδιό
- χασαπιό
- χασμουρητό
- χαχανητό
- χειμαδιό
- χειμωνικό
- χερικό
- χερουβικό
- χιαστό
- χιλιοστό
- χιονοδρομικό
- Χλωμό
- χορευτικό
- χορικό
- χοροπηδητό
- χορταρικό
- χορτοκοπτικό
- χορωδιακό
- χουγιαχτό
- Χρισσό
- χρονικό
- χρυσαφικό
- Χρυσό
- χτικιό
- χυμαδιό
- χωρατό
- χωριό
- Χωριό
- ψαρικό
- ψαχνό
- ψευδοκενό
- ψητό
- ψηφιδωτό
- ψιχαλητό
- ψυκτικό
- ψυχικό
- Ψυχικό
- ψυχομαχητό
- ωκεανογραφικό
- -ωνυμικό
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' στον ενικό (νέα ελληνικά)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' στον πληθυντικό (νέα ελληνικά)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)