Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | ωραίος | η | ωραία | το | ωραίο |
| γενική | του | ωραίου | της | ωραίας | του | ωραίου |
| αιτιατική | τον | ωραίο | την | ωραία | το | ωραίο |
| κλητική | ωραίε | ωραία | ωραίο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | ωραίοι | οι | ωραίες | τα | ωραία |
| γενική | των | ωραίων | των | ωραίων | των | ωραίων |
| αιτιατική | τους | ωραίους | τις | ωραίες | τα | ωραία |
| κλητική | ωραίοι | ωραίες | ωραία | |||
| ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Επίθετα σε ος, -α, -ο με σταθερό τόνο σε όλες τις πτώσεις.
Παροξύτονα όπως το 'ωραίος' ή προπαροξύτονα όπως το 'θαυμάσιος'.
- ωραίος, ωραία, ωραίο
για τους συντάκτες: {{el-κλίση-'ωραίος'}}|παροξ=1 για συνιζημένη κατάληξη |
Pages in category "Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' (νέα ελληνικά)"
- αβραμιαίος
- αβυσσαλέος
- αγαλματένιος
- αγελαδίσιος
- αγελαίος
- άγιος
- Άγιος
- αγκαθένιος
- αγκαθοφόρος
- αγοραίος
- αγορίσιος
- αγριλίσιος
- αγροίκος
- αδαμαντοφόρος
- αδαμιαίος
- άδειος
- αδηφάγος
- αειφόρος
- αεριοφόρος
- αεροφόρος
- αετίσιος
- αηδονίσιος
- αθώος
- αιγαίος
- αιθουσαίος
- αιθουσονωτιαίος
- αιθυλιούχος
- αιμοβόρος
- αιμοφόρος
- -αίος
- αισχρολόγος
- ακαριαίος
- ακμαίος
- ακραίος
- ακριδοκτόνος
- ακρογωνιαίος
- άκρος
- ακτινοφόρος
- ακυρωτέος
- αλατοφόρος
- αλγογόνος
- αλέγκρος
- αλέγρος
- -αλέος
- αλεπουδίσιος
- αλευρένιος
- αλλεργιογόνος
- αλληλοκτόνος
- αλλοτριοφάγος
- αλογίσιος
- αλογονούχος
- αλουμινένιος
- αλπακαδένιος
- αμελητέος
- αμμουδένιος
- αμμωνιούχος
- αμοιβαίος
- αμπελοφόρος
- αμυλούχος
- αναγκαίος
- αναδασωτέος
- αναθεωρητέος
- αναιρετέος
- αναληπτέος
- ανάριος
- αναρτητέος
- ανδρείος
- ανεξεταστέος
- ανθρακούχος
- ανθρακοφόρος
- ανθρωποβόρος
- ανθρωποκτόνος
- ανίσκιος
- αντιασφυξιογόνος
- αντικραυγαλέος
- αντιμονιούχος
- αντρείος
- αντρίκειος
- αντρίκιος
- αορτοστεφανιαίος
- απάγγειος
- απάγκειος
- απάγκιος
- απευκταίος
- αποβλητέος
- αποβολιμαίος
- αποδεικτέος
- αποδιοπομπαίος
- απορριμματοφόρος
- απορριπτέος
- απορροφητέος
- απόσκιος
- αποστρατευτέος
- αποφευκτέος
- αραχνένιος
- αργείος
- αργυρούχος
- αριστούχος
- αρκουδίσιος
- αρμενοφόρος
- αρνίσιος
- αρσενικούχος
- αρχαίος
- ασβεστούχος
- ασημένιος
- ασημογκρίζος
- ασπιδοφόρος
- αστείος
- αστραπιαίος
- ασφαλτούχος
- ασφυξιογόνος
- ατλαζένιος
- ατσαλένιος
- αφαιρετέος
- αχρείος
- αχυρένιος
- βαγιοφόρος
- βαθμιαίος
- βαθύσκιος
- βακχείος
- βαμβακένιος
- βαναδιούχος
- βαπορίσιος
- βαρελίσιος
- βελανιδένιος
- βελουδένιος
- βέρος
- βισμουθιούχος
- βλεφαριδοφόρος
- βολφραμιούχος
- βομβιδοφόρος
- βορβοροφάγος
- βοριούχος
- βουβαλίσιος
- βουνίσιος
- βουτυρένιος
- βραδυπόρος
- βρακοφόρος
- βρωμιούχος
- βυτιοφόρος
- γαδολινιούχος
- γαϊδουρίσιος
- γαλάζιος
- γαλακτοφάγος
- γαλακτοφόρος
- γαλαντόμος
- γαλατένιος
- γαλλιούχος
- γατίσιος
- γελαδίσιος
- γελοίος
- γενναίος
- γερακίσιος
- γεραλέος
- γερανοφόρος
- γερμανιούχος
- γεωπαθογόνος
- γηραλέος
- γιγαντιαίος
- γιδίσιος
- γκρίζος
- γκροτέσκος
- γλουτιαίος
- γναθιαίος
- γναθοφόρος
- γουλόζος
- γουνοφόρος
- γουρουνίσιος
- γρανιτένιος
- γυαλένιος
- γυναίκειος
- γυναικείος
- γυναικίσιος
- γωνιαίος
- δακρυγόνος
- δακρυογόνος
- δαμαλίσιος
- δαντελένιος
- δασμολογητέος
- δαφνηφόρος
- δαφνοφόρος
- δαχτυλιδένιος
- δεκαμηνιαίος
- δεκατιαίος
- δεντρίσιος
- δερματένιος
- διαθηκώος
- διαιρετέος
- διακριβωτέος
- διαμαντένιος
- διαμελιστέος
- διαμηριαίος
- διατηρητέος
- διδακτέος
- διμηνιαίος
- διορθωτέος
- διοριστέος
- διφωσφορυλιούχος
- διψαλέος
- δρεπανηφόρος
- δρομαίος
- δωδωναίος
- εβδομαδιαίος
- εγκεφαλονωτιαίος
- εδαφιαίος
- εδραίος
- εθνοβόρος
- εθνοκτόνος
- -είος
- ειρηνοφόρος
- εισακτέος
- εισπρακτέος
- εκατοστιαίος
- εκκεντροφόρος
- εκπεστέος
- εκπιπτέος
- εκτελεστέος
- εκτιμητέος
- εκτιτέος
- ελατένιος
- ελατίσιος
- ελαφίσιος
- ελεφαντένιος
- ελικοφόρος
- ελπιδοφόρος
- εμβρυοφθόρος
- εναντίος
- ενδοστεφανιαίος
- ενεργειοβόρος
- ενεργοβόρος
- ενεχυρούχος
- ενιαίος
- -ένιος
- εξαιρετέος
- εξαμηνιαίος
- εξεταστέος
- εξοβελιστέος
- εξοφλητέος
- επαινετέος
- επανεξεταστέος
- επιστρεπτέος
- ευκταίος
- εφαρμοστέος
- ζαρκαδίσιος
- ζαφειρένιος
- ζαχαρένιος
- ζαχαρούχος
- ζεολιθοφόρος
- ζούφιος
- ηλεκτροβόρος
- ηλεκτροφόρος
- ηχοβόλος
- ηχογόνος
- θαλλιούχος
- θανατηφόρος
- θαρραλέος
- θειαφένιος
- θείος
- θερμοφόρος
- θηλαίος
- θνησιμαίος
- θοριούχος
- θρήσκος
- θυμαρίσιος
- θωρακοφόρος
- -ιαίος
- ιαμβείος
- ιριδιούχος
- -ίσιος
- ίσιος
- ισλαμοφάγος
- ιστιοφόρος
- ιχθυοβόρος
- ιωδιούχος
- καγκελένιος
- καδμείος
- καδοφόρος
- καθάριος
- κακολόγος
- καλαμένιος
- καλαμποκένιος
- καλαμποκίσιος
- καλιούχος
- καλυκοφόρος
- καμηλίσιος
- καμπίσιος
- κανναβένιος
- καουτσουκένιος
- καπνοβόρος
- καραβίσιος
- καραμελένιος
- καρπιαίος
- καρποφάγος
- καρυδένιος
- καταβλητέος
- καταδικαστέος
- καταιγιδοφόρος
- κατακλυσμιαίος
- κατακριτέος
- καταλογιστέος
- κατανεμητέος
- καταρρακωτέος
- κατσικίσιος
- καφεϊνούχος
- κεντροφόρος
- κεντρώος
- κερασένιος
- κερατένιος
- κερδώος
- κερένιος
- κεφαλαίος
- κεφαλίσιος
- κεχριμπαρένιος
- κιβωτιοφόρος
- κληματένιος
- κληρονομιαίος
- κλιμακοφόρος
- κλοπιμαίος
- κνημαίος
- κνημιαίος
- κοκαλένιος
- κοκκολιθοφόρος
- κολοκυθένιος
- κολοσσιαίος
- κονδυλοφόρος
- κονισαλέος
- κοντυλένιος
- κοντυλογραμμένος
- κοραλλένιος
- κορυφαίος
- κοστοβόρος
- κοτίσιος
- κοχλιαίος
- κοχλιοφόρος
- κρανένιος
- κρανίσιος
- κραυγαλέος
- κρηναίος
- κριθαρένιος
- κριθαρίσιος
- κρινένιος
- κροκοδειλίσιος
- κροταφιαίος
- κρουσταλλένιος
- κρύος
- κρυσταλλένιος
- κυπαρισσένιος
- κυπελλούχος
- κωνοφόρος
- κώος
- λάγιος
- λαγίσιος
- λαθραίος
- λαμαρινένιος
- λαμπροφόρος
- λαστιχένιος
- λαστιχοφόρος
- λείος
- λεμφοφόρος
- λεπιδοφόρος
- λερναίος
- λευκωματούχος
- ληπτέος
- λιβαδίσιος
- λιγνιτοφόρος
- λιμναίος
- λιμνίσιος
- λιονταρίσιος
- λοιμογόνος
- λουλουδένιος
- λούτος
- λυσσαλέος
- μαγγανιούχος
- μαγδαλένιος
- μαϊμουδίσιος
- μαλαματένιος
- μανίσιος
- μαντεμένιος
- μαντηλοφόρος
- μαργαριταρένιος
- μαργαριτοφόρος
- μαρμαρένιος
- μασκοφόρος
- μαστιγοφόρος
- μαστιχοφόρος
- μασχαλιαίος
- μαυροφόρος
- μειωτέος
- μελένιος
- μελιταίος
- μενεξεδένιος
- μερισματούχος
- μεσαίος
- μεταλλένιος
- μεταμοντέρνος
- μεταξένιος
- μετατακτέος
- μεταφραστέος
- μετεξεταστέος
- μετωπιαίος
- μηνιαίος
- μηριαίος
- μητριαίος
- μητρώος
- μηχανοφόρος
- μικροβιοκτόνος
- μικροβιοφόρος
- μικρομεσαίος
- μοβόρος
- μοιραίος
- μολυβδαινιούχος
- μολυβδούχος
- μολυβένιος
- μοναδιαίος
- μοναστηρίσιος
- μονοφθοριούχος
- μοντέρνος
- μοσκαρίσιος
- μοσχαρίσιος
- μοσχοβόλος
- μουλαρίσιος
- μουντρούχος
- μουσαμαδένιος
- μουσαντένιος
- μούτος
- μπακιρένιος
- μπαμπακένιος
- μπάσος
- μπέλος
- μπετονένιος
- μπλάβος
- μπριόζος
- μπρούσκος
- μυκηναίος
- μυροφόρος
- Μυρτώος
- ναζωραίος
- νέος
- Νέος
- νεφριαίος
- νικελένιος
- νικελιούχος
- νικηφόρος
- νιοβιούχος
- νταμαρίσιος
- νταντελένιος
- ντενεκεδένιος
- ντόμπρος
- ντόπιος
- ντούρος
- ντρέτος
- νυμφαίος
- νυσταλέος
- νωτιαίος
- ξυλένιος
- οβελιαίος
- οθνείος
- οιακοφόρος
- οιδαλέος
- οικείος
- οικονόμος
- οινοφόρος
- ολιγοτόκος
- ονειροπόλος
- ονυχαίος
- οξένιος
- οπιούχος
- οπωροφόρος
- οριστέος
- οροφιαίος
- οσμιούχος
- ουραίος
- ουρηθραίος
- παζαρίσιος
- παιδιακίσιος
- παλαμιαίος
- παλικαρίσιος
- παλληκαρίσιος
- πανούργος
- παπίσιος
- παραδεισένιος
- παραδοξολόγος
- παραδοτέος
- παραμεριστέος
- παραμυθένιος
- παραπανίσιος
- παρασιτοκτόνος
- παραχωρητέος
- παρθένος
- πατρώος
- παφιλένιος
- πεζοπόρος
- πειναλέος
- πελαγίσιος
- πελματιαίος
- πεμπταίος
- πενταβρομιούχος
- πεντελίσιος
- περβολαρίσιος
- περδικίσιος
- περιβολαρίσιος
- περιβολίσιος
- περιθηλαίος
- περίσσος
- περιστερίσιος
- περιφρονητέος
- περονιαίος
- περουζένιος
- πετρελαιοφόρος
- πετρελένιος
- πετρένιος
- πετσένιος
- πετσετένιος
- πηγαδίσιος
- πηγαίος
- πηλένιος
- πηχυαίος
- πιθηκίσιος
- πιτυρούχος
- πλάνος
- πλατινένιος
- πλέριος
- πληκτροφόρος
- πληρωτέος
- πολλαπλασιαστέος
- ποντικίσιος
- πορφυρένιος
- ποσοστιαίος
- ποταμίσιος
- ποταμολιμναίος
- πουπουλένιος
- πούρος
- πράος
- πρίμος
- πρινένιος
- προαδαμιαίος
- προακτέος
- προβατένιος
- προβατίσιος
- πρόβειος
- προβιβαστέος
- προβλητέος
- προγαμιαίος
- προεξοφλητέος
- προικώος
- προκατακλυσμιαίος
- προμετωπιαίος
- προνομιούχος
- προπληρωτέος
- προσθετέος
- προσκυρωτέος
- προσληπτέος
- προσοδοφόρος
- προσωπιδοφόρος
- προτελευταίος
- προτεραίος
- προτιμητέος
- προφυλακιστέος
- πρυμναίος
- πρύμος
- πρωραίος
- πρωτεϊνούχος
- πρωτοτόκος
- πυγαίος
- πυλαίος
- πωγωνοφόρος
- ραβδοφόρος
- ραγδαίος
- ραδιούργος
- ραδιούχος
- ρακοφόρος
- ραμφοφόρος
- ραχιαίος
- ρευματοφόρος
- ρητινούχος
- ρητινοφόρος
- ριναίος
- ρινιαίος
- ριπαίος
- ροδένιος
- ρουβιδιούχος
- ρουκετοφόρος
- ρουμπινένιος
- ρούσος
- ρούσσος
- ρυγχοφόρος
- ρωμαλέος
- σακουλίσιος
- σανιδένιος
- σάπιος
- σαρκοβόρος
- σέκος
- σελασφόρος
- σεληναίος
- σεληνιούχος
- σεμιγδαλένιος
- σένιος
- σεντεφένιος
- σημειωτέος
- σιαμαίος
- σιδερένιος
- σιδηρούχος
- σιλικονούχος
- σιμιγδαλένιος
- σιναπούχος
- σιντεφένιος
- σιούτος
- σιταρένιος
- σιταρίσιος
- σκατένιος
- σκερτσόζος
- σκοινένιος
- σκούρος
- σκυλίσιος
- σμαραγδένιος
- σμηγματογόνος
- σοβράνος
- σοκολατένιος
- σοκολατούχος
- σουσαμένιος
- σπηλαίος
- σπιθαμιαίος
- σπιθοβόλος
- σπιρτόζος
- σπιτίσιος
- σπόρκος
- σπορογόνος
- σπουδαίος
- σταρένιος
- σταρίσιος
- στείρος
- στερνίσιος
- στέρφος
- στεφανιαίος
- στιγμιαίος
- στουπένιος
- στροντιούχος
- συγχωρητέος
- συναλλαγματοφόρος
- συννεφένιος
- συρματένιος
- σώος
- ταλαντούχος
- τανταλιούχος
- ταφταδένιος
- τελευταίος
- τενεκεδένιος
- -τέος
- τερβιούχος
- τεταρταίος
- τετρααιθυλιούχος
- τετρααλογονούχος
- τετρααντιμονιούχος
- τετρααρσενικούχος
- τετραβρωμιούχος
- τετραζωτούχος
- τετραθειούχος
- τετραμεθυλιούχος
- τετραμηναίος
- τετραμηνιαίος
- τετραπαλαιστιαίος
- τετραπηχυαίος
- τετραφθοριούχος
- τετραφωσφορούχος
- τετραφωσφορυλιούχος
- τετραχλωριούχος
- τζαμένιος
- τζούφιος
- τιμωρητέος
- τιποτένιος
- τιτλοφόρος
- τομαρένιος
- τορπιλοφόρος
- τουλουμίσιος
- τουρκολάγνος
- τραγίσιος
- τραχηλιαίος
- τριανταφυλλένιος
- τριβρωμιούχος
- τριμηνιαίος
- τριπαλαιστιαίος
- τριταίος
- τριφωσφορυλιούχος
- τρουλαίος
- τροχαίος
- τρυπανοφόρος
- τρύπιος
- τσιμεντένιος
- τυμπανιαίος
- τυροφάγος
- τυχαίος
- υδραργυρούχος
- υδροβόλος
- υδρογονούχος
- υλοτομητέος
- υπεναντίος
- υπερακραίος
- υπερβιταμινούχος
- υπερμοντέρνος
- υπερπροσοντούχος
- υπναλέος
- υποβολιμαίος
- υστεραίος
- υφασματένιος
- φάλτσος
- φαμόζος
- φανελένιος
- φανελλένιος
- φαρφουρένιος
- φαύλος
- φεγγαρένιος
- φεγγαρίσιος
- φεγγοβόλος
- φελπεδένιος
- φελπένιος
- φευγαλέος
- φθοριούχος
- φιδένιος
- φιδίσιος
- φιλντισένιος
- φιρφιρένιος
- φλογοβόλος
- φορειοφόρος
- φορολογητέος
- φουριόζος
- φρικαλέος
- φρουτένιος
- φτωχομεσαίος
- φυλλοβόλος
- φυλλοφόρος
- φωσφορούχος
- φωσφορυλιούχος
- χαλκοφόρος
- χαλυβένιος
- χαρτένιος
- χαρτονένιος
- χαρτώος
- χασεδένιος
- χελίσιος
- χελωνίσιος
- χερσαίος
- χέρσος
- χηνίσιος
- χιονένιος
- χιονοβόλος
- χιονοφόρος
- χνουδένιος
- χορταρένιος
- χρονοβόρος
- χρυσαφένιος
- χυδαίος
- χωματένιος
- ψαθένιος
- ψαρίσιος
- ψαροφάγος
- ψευδαισθησιογόνος
- ψευδαργυρούχος
- ψευδοτυχαίος
- ψηφιδοφόρος
- ψόφιος
- ψυχοβόρος
- ψυχοπλάνος
- ψωραλέος
- ωμιαίος
- ωμοβόρος
- ωμοπλατιαίος
- -ώος
- ωραίος
- ωριαίος
- ωτιαίος
- Κατηγορία:Αντωνυμίες που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
- Κατηγορία:Αντωνυμίες που κλίνονται όπως το 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
- Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)