Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδινάλιος' (νέα ελληνικά)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | καρδινάλιος | οι | καρδινάλιοι |
| γενική | του | καρδινάλιου & καρδιναλίου |
των | καρδινάλιων & καρδιναλίων |
| αιτιατική | τον | καρδινάλιο | τους | καρδινάλιους & καρδιναλίους |
| κλητική | καρδινάλιε | καρδινάλιοι | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Αρσενικά προπαροξύτανα ουσιαστικά με διπλούς τύπους.
για τους συντάκτες: {{el-κλίση-'καρδινάλιος'}} |
Τα ισοσύλλαβα ουσιαστικά σε -ος με παρόμοιες κλίσεις και ποικιλία τύπων. Δείτε και ουδέτερα σε -ο με ανάλογη συμπεριφορά.
Για λεπτές διαφορές, οι κανόνες δεν είναι αυστηροί: ένα ουσιαστικό μπορεί να μεταπηδήσει σε παρεμφερή Κατηγορία.
Pages in category "Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδινάλιος' (νέα ελληνικά)"
- Αβατάγγελος
- Αγησίλαος
- Άγιος
- Αγκυλόσαυρος
- αγνοούμενος
- Αγράγγελος
- αγριάνθρωπος
- αγριόχοιρος
- αεριοστρόβιλος
- αερόλιθος
- αεροναυτιλλόμενος
- αεροπρόσκοπος
- αεροστρόβιλος
- αεροτροχόδρομος
- αεροχείμαρρος
- αθλητίατρος
- αθλίατρος
- άθρωπος
- αίγαγρος
- αιγαιόγλαρος
- αιγίθαλος
- Αιγύπτιος
- αιγύπτιος
- αιδεσιμολογιότατος
- αιδεσιμολογιώτατος
- αιδεσιμότατος
- αιθέραρχος
- αιχμάλωτος
- ακανθόχοιρος
- ακρόλιθος
- Ακροπόταμος
- αλάβαστρος
- αλγόριθμος
- Αλέξανδρος
- αλευρέμπορος
- αλευροβιομήχανος
- Αλλόσαυρος
- αλυκάριος
- Αμβρόσιος
- αμίαντος
- αμπελόκηπος
- Αμύνανδρος
- ανάπαιστος
- Αναστάσιος
- ανθόκηπος
- ανθρωποπίθηκος
- ανθύπατος
- ανθυπίατρος
- ανθυπίλαρχος
- ανθυποκτηνίατρος
- ανθυπομοίραρχος
- ανταρτοπόλεμος
- αντίδικος
- αντικατάσκοπος
- αντίκλητος
- αντίκτυπος
- αντιναύαρχος
- Αντίνοος
- αντιπλοίαρχος
- αντιπτέραρχος
- αντιπύραρχος
- αντιπύραυλος
- αντισμήναρχος
- αντιστράτηγος
- αντίχριστος
- αντίχτυπος
- Αντώνιος
- ανώμαλος
- αόριστος
- Απατάγγελος
- απλότυπος
- απόηχος
- αραβόσιτος
- αρβανιτόβλαχος
- αρβαντόβλαχος
- Άριος
- αρκτικόσαυρος
- αρύβαλλος
- αρχάγγελος
- Αρχάγγελος
- αρχαιόθρησκος
- αρχαιοκάπηλος
- αρχάνθρωπος
- αρχίατρος
- αρχιδιάκονος
- αρχιεπίσκοπος
- αρχικατάσκοπος
- αρχικτηνίατρος
- αρχιναύαρχος
- αρχιπλοίαρχος
- αρχιπτέραρχος
- αρχιπύραρχος
- αρχιστράτηγος
- ασβεστόλιθος
- άσκαυλος
- άσοφος
- ασπάλαθος
- Ασπρόπυργος
- Ασσύριος
- Αστέριος
- άστριος
- αστυκτηνίατρος
- ασύρματος
- ασφαλιζόμενος
- ασφαλτόδρομος
- Αύγουστος
- αυστραλοπίθηκος
- αυτάδελφος
- αυτοέπαινος
- αυτοκινητόδρομος
- αυτόμολος
- αφεντάνθρωπος
- Αχίλλειος
- Βάιος
- Βαλάσιος
- Βαλέριος
- βάνδαλος
- βάρβαρος
- βαρύαυλος
- Βασίλειος
- βατραχάνθρωπος
- βάτραχος
- Βελισάριος
- Βελισσάριος
- Βενέδικτος
- βιβλιοθηκάριος
- βιβλιόφιλος
- βικάριος
- βιόκοσμος
- βιόρυθμος
- βιότυπος
- Βογόμιλος
- βόρβορος
- Βόσνιος
- Βόσπορος
- Βουρλοπόταμος
- Βραχιόσαυρος
- Βροντόσαυρος
- Βρούτιος
- γάιδαρος
- γαϊδουρογάιδαρος
- γαιόσακος
- γαλακτοβάκιλος
- γαστροκνήμιος
- γενίτσαρος
- Γεννάδιος
- γενότυπος
- Γεράγγελος
- Γερβάσιος
- Γεώργιος
- γεώτοπος
- γήλοφος
- Γιγανοτόσαυρος
- γλαδίολος
- γνεύσιος
- γονότυπος
- γουνέμπορος
- γραφιδοπόλεμος
- γυμνασίαρχος
- γυψοκάμινος
- γωνιόλιθος
- δάγκειος
- δαίδαλος
- δακτυλιόλιθος
- δανειοθάλαμος
- δασότοπος
- Δεινόνυχος
- δεινόσαυρος
- δεκάλογος
- Δεληάγγελος
- δενδροβάτραχος
- δεντροβάτραχος
- δερματέμπορος
- Δημάγγελος
- Δημήτριος
- δήμιος
- Δημόκριτος
- διαβολάνθρωπος
- διάγγελος
- διακοσιομέδιμνος
- διανοούμενος
- Διδάγγελος
- διεγκέφαλος
- Διόνυσος
- δίοπος
- Διπλόδοκος
- δόκιμος
- δόλιχος
- δομόλιθος
- δουλέμπορος
- δουλοπάροικος
- δρουγγάριος
- Δωδεκανήσιος
- δωσίλογος
- έβενος
- Εγκέλαδος
- εγκέλαδος
- εθναπόστολος
- εθνοσύμβουλος
- εκλογομάγειρος
- ελαιόκαμπος
- ελαιόκαρπος
- Ελευθέριος
- Ελευσίνιος
- Ελληνοκύπριος
- Ελληνοπόντιος
- ελότυφος
- έμετος
- -έμπορος
- ένστολος
- εντερόλιθος
- εξάγγελος
- εξάδερφος
- έξαρχος
- Έξαρχος
- εξέλεγχος
- εξεταζόμενος
- επανέλεγχος
- επίατρος
- επίκανθος
- επίκληρος
- Επίκουρος
- επικτηνίατρος
- επίλαρχος
- επιλήνιος
- επίλογος
- επίναυλος
- επίπαγος
- επίσκοπος
- επίστρατος
- Επιτάφιος
- Επτάλοφος
- Επτανήσιος
- Επώνυμος
- Έρασμος
- εργαζόμενος
- ερυθρόδερμος
- Ερυθρόδερμος
- Ευάγγελος
- Ευγένιος
- ευθύαυλος
- ευκάλυπτος
- Ευκάλυπτος
- ευνοούμενος
- Εύρυτος
- ευρωπύραυλος
- Ευστάθιος
- Εύφημος
- εφημέριος
- εχινόκοκκος
- ζαχαράσβεστος
- ζεόλιθος
- ζωάνθρωπος
- ζωέμπορος
- ηγούμενος
- ηθικοδιδάσκαλος
- ημιώροφος
- Ηρόδοτος
- Ησίοδος
- Ήφαιστος
- Θεοδώριχος
- Θεόδωρος
- Θεόκλητος
- Θεόφιλος
- Ιάκωβος
- Ίαμος
- ίασμος
- ιατροσύνεδρος
- ιατροφιλόσοφος
- ιερολογιότατος
- ιερομόναχος
- Ιερώνυμος
- ίλαρχος
- ίλιγγος
- ινδοκάλαμος
- ίουλος
- Ίουλος
- ίππαρχος
- Ίππαρχος
- ιππόκαμπος
- ιπποπόταμος
- ισαπόστολος
- Ισίδωρος
- ιχθυόσαυρος
- καθηγούμενος
- καθήμενος
- κάλαθος
- κάλαμος
- Κάλαμος
- καλικάντζαρος
- Καλλίμαχος
- καλόγερος
- καλόγηρος
- κάματος
- κάνθαρος
- καπνέμπορος
- καπνοβιομήχανος
- Καράγγελος
- καρβουνέμπορος
- καρδινάλιος
- καρυότυπος
- κασσίτερος
- κατάδικος
- κατήγορος
- κατηγορούμενος
- κατηχούμενος
- Κατσάγγελος
- κεκρύφαλος
- κένταυρος
- κεντηνάριος
- κερκοπίθηκος
- κέφαλος
- Κλαύδιος
- κλειδάριθμος
- Κλεόβουλος
- κοιλάκανθος
- κομισάριος
- κονιορτοστρόβιλος
- Κοντοάγγελος
- κοντόσταβλος
- Κορίνθιος
- Κουτσάγγελος
- κρατούμενος
- κρεατέμπορος
- κτηνάνθρωπος
- κτηνίατρος
- κύαμος
- κύανος
- κυνοκέφαλος
- Κύπριος
- Κυράγγελος
- Κύριλλος
- κωδίκελλος
- κωδίκελος
- κωφάλαλος
- λαβύρινθος
- λαγοκέφαλος
- λαδέμπορος
- Λάζαρος
- λαθρέμπορος
- Λάιος
- λανδίγραβος
- Λαυρέντιος
- λεγεωνάριος
- λέμβαρχος
- λεόπαρδος
- λευκοσίδηρος
- ληξίαρχος
- λιανέμπορος
- Λίβανος
- λίβελος
- λιγνιτόπλινθος
- λιθάργυρος
- λιθόπλινθος
- λιθότοπος
- λογάριθμος
- λόγιος
- λογότυπος
- Λουτρόπυργος
- λυκάνθρωπος
- Λύσανδρος
- μακρόκοσμος
- Μάριος
- μάρσιπος
- Μαυράγγελος
- Μαυροβούνιος
- μεγάκυκλος
- μεγαλόκερος
- μεγαλομέτοχος
- μεγάτονος
- μέδιμνος
- Μελέαγρος
- Μελόκακτος
- Μενέλαος
- μέραρχος
- μεσεγκέφαλος
- μεσοπόλεμος
- μεσώροφος
- μετάνθρωπος
- μετεγκέφαλος
- μετέφηβος
- μετεωρόλιθος
- μηλέμπορος
- Μήλιος
- μηλόκακτος
- μικρέμπορος
- μικρόκοσμος
- μικροκρύσταλλος
- μοίραρχος
- μόλυβδος
- μονόλιθος
- μονόλογος
- μονύελος
- μυελεγκέφαλος
- μυλόλιθος
- Μυλοπόταμος
- μυλότοπος
- μυστικοσύμβουλος
- νανόμπουφος
- ναρκέμπορος
- νάρκισσος
- Νάρκισσος
- ναστόλιθος
- ναύαρχος
- ναύκληρος
- ναυλάριθμος
- ναυλοτιμάριθμος
- ναύσταθμος
- ναυτιλλόμενος
- ναυτοπρόσκοπος
- νεάργυρος
- νεκρόδειπνος
- νεοσύλλεκτος
- νεροστρόβιλος
- νεφρόλιθος
- νεώσοικος
- Νικόδημος
- Νικόλαος
- ξερόκαμπος
- Ξερόνησος
- ξυλέμπορος
- ογκόλιθος
- οδοντόλιθος
- οικότοπος
- οινέμπορος
- Όλυμπος
- Όμηρος
- ομιχλοκρύσταλλος
- ομφαλεπίδεσμος
- όναγρος
- οξύαυλος
- οπισθόδομος
- οπισθότονος
- ορείχαλκος
- ορθόλιθος
- ορνιθόρυγχος
- οστεόλιθος
- ουρανόλιθος
- ουρόλιθος
- οφικιάλιος
- οφιόλιθος
- Παγκράτιος
- πάγουρος
- παιδοδοντίατρος
- Παΐσιος
- Παλαιστίνιος
- παλιάνθρωπος
- Πανιώνιος
- πανοσιολογιότατος
- πανοσιολογιώτατος
- Παπάγγελος
- πάπυρος
- παρακείμενος
- παραπόταμος
- παρευρισκόμενος
- πατριδοκάπηλος
- Πατρίκιος
- πεζοδιάδρομος
- πεζόδρομος
- Πελάγιος
- Πελοποννήσιος
- πεντακοσίαρχος
- πεντακοσιομέδιμνος
- περίβολος
- περίγελος
- περίγυρος
- περίδεσμος
- Πήγασος
- πιθηκάνθρωπος
- πίθηκος
- Πίνδαρος
- πλαγιότιτλος
- πλατανότοπος
- πληθάριθμος
- πλησιόσαυρος
- πλόκαμος
- Πλούταρχος
- πνευμονόκοκκος
- πολέμιος
- πολύγραφος
- πολυέλαιος
- Πολύκαρπος
- πολύκομβος
- πολύκομπος
- πονοκέφαλος
- Πόντιος
- πορόλιθος
- πρεσβύτερος
- Πριάγγελος
- προάγγελος
- προβατέμπορος
- προγόμφιος
- πρόγονος
- Πρόδρομος
- προηγούμενος
- προθάλαμος
- προϊστάμενος
- προκαθήμενος
- πρόκριτος
- πρόμαχος
- πρόμοχθος
- πρόναος
- πρόναυλος
- προνοιάριος
- πρόξενος
- προστατευόμενος
- πρωταίτιος
- πρωτέκδικος
- πρωτονοτάριος
- πρωτοπρεσβύτερος
- πρωτοσπαθάριος
- Πρωτοσύγγελος
- πρωτοσύγκελλος
- πρωτοσύγκελος
- πτερόσαυρος
- πυράκανθος
- πύραρχος
- πύραυλος
- πυριτόλιθος
- πυρόλιθος
- πωρόλιθος
- ραδιομόλυβδος
- ραδιοτηλέγραφος
- ρινόλιθος
- Ρόδιος
- ρυγχοκάνθαρος
- σακογκόλιθος
- σαπωνόλιθος
- σάτυρος
- Σεβασμιότατος
- Σεβασμιώτατος
- σημιτάνθρωπος
- σηστέρτιος
- σιταρέμπορος
- Σίφνιος
- σμήναρχος
- σπαθάριος
- Σπινόσαυρος
- σταρέμπορος
- στασίαρχος
- σταυρόλιθος
- σταφιδέμπορος
- σταφυλόκοκκος
- Στεγόσαυρος
- Στέργιος
- Στέριος
- Στέφανος
- στόλαρχος
- στρεπτόκοκκος
- στρόφαλος
- Σύγγελος
- συγκατηγορούμενος
- συγκρατούμενος
- συμμοριτοπόλεμος
- συμπέθερος
- συμποσίαρχος
- συνάδελφος
- συνάδερφος
- συνδιδάσκαλος
- συνέκδημος
- συνέταιρος
- συνυποψήφιος
- Σύριος
- σφογγοκωλάριος
- σφόνδυλος
- σφουγγοκωλάριος
- σφραγιδόλιθος
- σχιστόλιθος
- σχολάριος
- σωματέμπορος
- ταξίαρχος
- τάρανδος
- τετρααιθυλομόλυβδος
- τετράργυρος
- τετράρρυγχος
- τέτραρχος
- τετραφθορομόλυβδος
- τετραχλωρομόλυβδος
- τετράχορος
- τηλέγραφος
- τηλεέλεγχος
- τηλέλεγχος
- Τηλέμαχος
- Τήνιος
- τιμάριθμος
- Τίρναβος
- τιτουλάριος
- τοκάριθμος
- Τουρκοκύπριος
- τραγωδοδιδάσκαλος
- τριακοσιομέδιμνος
- τριήραρχος
- Τριπόταμος
- τροχόδρομος
- τσιμεντόλιθος
- Τυνήσιος
- τυρέμπορος
- Τύρναβος
- υάκινθος
- Υάκινθος
- υαλόλιθος
- υγροβιότοπος
- υγρότοπος
- υδατοστρόβιλος
- υδρόμυλος
- Υδρόμυλος
- υδροστρόβιλος
- υδρότοπος
- υμέναιος
- ύπατος
- υπέρηχος
- ύπερος
- υπερσύνδεσμος
- υπερσυντέλικος
- υπέρτιτλος
- υπίατρος
- υπίλαρχος
- υπόηχος
- υποθάλαμος
- υπόκοσμος
- υποκτηνίατρος
- υπομοίραρχος
- υποναύαρχος
- υποπλοίαρχος
- υποπρόξενος
- υποπτέραρχος
- ύποπτος
- υποστράτηγος
- υπότιτλος
- υποφρούραρχος
- ύφαλος
- υφασματέμπορος
- υφιστάμενος
- φαινότυπος
- φαρμακέμπορος
- Φεβρουάριος
- φιλελεύθερος
- φιλόσοφος
- Φιλόσοφος
- φοροέλεγχος
- φρούραρχος
- φυγόδικος
- φυγόποινος
- φυγόστρατος
- φύλαρχος
- φυτόλιθος
- φωνόγραφος
- φώσφορος
- Χαλκηδόνιος
- Χαράλαμπος
- χαρτέμπορος
- χαρτοβιομήχανος
- χασισέμπορος
- χείμαρρος
- χερσότοπος
- χιλίαρχος
- χινόπωρος
- χιονάνθρωπος
- χοιρέμπορος
- χολόλιθος
- χονδρέμπορος
- χοντρέμπορος
- χοροδιδάσκαλος
- χρονοκρύσταλλος
- χρυσοβήρυλλος
- χρυσοκάνθαρος
- χρυσόλιθος
- χυτοσίδηρος
- χωλίαμβος
- χωρεπίσκοπος
- χωροεπίσκοπος
- χωρόχρονος
- ψαμμόλιθος
- ψευδαπόστολος
- ψευδάργυρος
- ψευδάριθμος
- ψευδοθόρυβος
- ψευδολόγιος
- ψευδόσοφος
- ψευδότιτλος
- ψευδότοιχος
- ψευτολόγιος
- ψίθυρος
- Ψιττακόσαυρος
- ωόλιθος
- Κατηγορία:Επώνυμα που κλίνονται όπως το 'Μάντζαρος' (νέα ελληνικά)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδινάλιος' στον πληθυντικό (νέα ελληνικά)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδινάλιος' στον ενικό (νέα ελληνικά)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδινάλιος' χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδινάλιος' χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)