Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | πεύκο | τα | πεύκα |
| γενική | του | πεύκου | των | πεύκων |
| αιτιατική | το | πεύκο | τα | πεύκα |
| κλητική | πεύκο | πεύκα | ||
| Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ουδέτερα παροξύτονα ισοσύλλαβα ουσιαστικό σε -ο με σταθερό τον τόνο σε όλες τις πτώσεις.
- το πεύκο, του πεύκου, τα πεύκα, των πεύκων
Δείτε και τα προπαροξύτονα όπως 'σίδερο'
για τους συντάκτες: {{el-κλίση-'πεύκο'}} |
Pages in category "Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)"
- αβαείο
- αβάντζο
- αβάντσο
- αββαείο
- αβγουλάτο
- αβοκάντο
- αγγείο
- αγγειοπλαστείο
- αγιοκωνσταντινάτο
- αγκουρέτο
- αγρονομείο
- αγροτοδικείο
- αδαμαντοπωλείο
- αδαμαντωρυχείο
- αδελφάτο
- αδερφάτο
- αεριοφόρο
- αεροβόλο
- αεροδικείο
- αερολεωφορείο
- αερομοντέλο
- αεροπλάνο
- αεροπλανοφόρο
- αεροϋγειονομείο
- αιδοίο
- ακαρεοκτόνο
- ακομπανιαμέντο
- ακόρντο
- άκρο
- ακροσημείο
- Ακταίο
- αλατοδοχείο
- αλατωρυχείο
- αλευροποιείο
- αλευροπωλείο
- αλλαντοποιείο
- αλλαντοπωλείο
- αλλεργιογόνο
- αλλίο
- αλογόνο
- αλτικόρνο
- Αμβούργο
- αμιαντοτσιμέντο
- αμιαντωρυχείο
- αμμοβολείο
- αμμοδοχείο
- αμμορυχείο
- αμπαδορραφείο
- αναγκαίο
- αναισθησιογόνο
- ανατομείο
- ανδρογόνο
- ανέλο
- ανεμοπλάνο
- ανθοδοχείο
- ανθοκομείο
- ανθοπωλείο
- ανθρακοφόρο
- ανθρακωρυχείο
- αντηχείο
- αντιανδρογόνο
- αντιβραβείο
- αντιγόνο
- αντινετρίνο
- αντιοιστρογόνο
- αντιυδρογόνο
- άντρο
- απάγκειο
- απάγκιο
- απευθυσμένο
- απίκο
- απορριματοδοχείο
- απορριμματοφόρο
- απόσκιο
- αποσταγματοποιείο
- αργυρωρυχείο
- άρθρο
- αριθμολαχείο
- αριστείο
- αρμπουρέτο
- αρρεναγωγείο
- αρτοζαχαροπλαστείο
- αρτοποιείο
- αρτοπωλείο
- αρχαιοπωλείο
- αρχείο
- αρχειοφυλακείο
- αρχηγείο
- αρωματοδοχείο
- αρωματοποιείο
- αρωματοπωλείο
- ασθενοφόρο
- ασκληπιείο
- άσπρο
- αστακοτροφείο
- αστείο
- αστεροσκοπείο
- άστρο
- αυγουλάτο
- αυλαρχείο
- αυτοαντιγόνο
- αυτοπορτρέτο
- βαγεναρείο
- βάγια
- βάγιο
- βαγονέτο
- βάζο
- βάθρο
- βάκτρο
- βαλανείο
- βαμβακουργείο
- βαρελότο
- βαρούλκο
- βάτο
- βαφείο
- βελάγιο
- βέλο
- Βέλο
- βελούδο
- βερμπάσκο
- Βερολίνο
- βιάτζο
- βιβλίο
- βιβλιοδετείο
- βιβλιοπωλείο
- βιβλιοχαρτοπωλείο
- βιολοντσέλο
- βιτζιρέλο
- βλήτο
- βλήτρο
- βλίτο
- βοεβοδάτο
- βοθρίο
- βομβιδοβόλο
- βουλεβάρτο
- βούρλο
- βουτυροκομείο
- βουτυροποιείο
- βουτυροπωλείο
- βραβείο
- Βρανδεμβούργο
- βρέτο
- βρεφοκομείο
- βροντείο
- βρύο
- βυθοπλάνο
- βυνοποιείο
- βυρσοδεψείο
- βυτίο
- βυτιοφόρο
- γαιανθρακωρυχείο
- γαλάζιο
- γαλακτοκομείο
- γαλακτοπωλείο
- γαρλίνο
- γάρο
- γείσο
- γελέκο
- γέλιο
- γεννητάτο
- γεροκομείο
- γεωδεδομένα
- γεωπάρκο
- γεωτοπίο
- γηροκομείο
- Γηροκομείο
- γιατρείο
- γιλέκο
- γκλάσο
- γκοβέρνο
- γκόρτσο
- γκουβέρνο
- γκρίζο
- γκροτέσκο
- γλάσο
- γλυκογόνο
- γναφείο
- γουμενέτο
- γουνοβαφείο
- γούστο
- γράδο
- γράσο
- γραφείο
- γυαλοπωλείο
- γυροπλάνο
- δακρυγόνο
- δαμασκηνουργείο
- δαμάσκο
- δασαρχείο
- δασονομείο
- δασοφυλακείο
- δαυκίο
- δεδομένο
- δείπνο
- δελταπλάνο
- δελτίο
- Δελφίνο
- δένδρο
- δενδροκομείο
- δέντρο
- δεσποτάτο
- δημαρχείο
- δημοδιδασκαλείο
- διατηρητέο
- διατσέντο
- διαφθορείο
- διδασκαλείο
- -δικείο
- δίκηο
- δίκιο
- διπλάνο
- δισκίο
- δισκοπωλείο
- δομοστοιχείο
- Δουβλίνο
- δουκάτο
- δοχείο
- Δροσάτο
- δυφίο
- δώρο
- εδωδιμοπωλείο
- εικονοστοιχείο
- -είο
- ειρηνοδικείο
- εκλεκτοράτο
- εκλογοδικείο
- εκλογομαγειρείο
- εκμαγείο
- εκουιζέτο
- έκτο
- εκτροφείο
- ελαιοδοχείο
- ελαιοτριβείο
- ελαιουργείο
- ελασματουργείο
- ελαφοκομείο
- ελεγείο
- ελικοπτεροφόρο
- εμετοδοχείο
- εμιράτο
- εμπάργκο
- εμπορείο
- εμπορευματοκιβωτιοφόρο
- εμποροδικείο
- εμποροραφείο
- εντομοκτόνο
- ενυδρείο
- εξαρχάτο
- επαρχείο
- επιπλοποιείο
- επισκοπάτο
- Επισκοπείο
- επισκοπείο
- επιτελείο
- επιτροπείο
- εργαλείο
- εργατοδικείο
- έργο
- εριουργείο
- ερπυστριοφόρο
- εσκούδο
- -έτο
- ευρωταμείο
- εφετείο
- εφημεριδοπωλείο
- ζάλο
- ζαχαράτο
- ζαχαροπλαστείο
- ζαχαροπωλείο
- ζαχαρουργείο
- ζιζανιοκτόνο
- Ζοριάνο
- ζουρλοκομείο
- ζυθοποιείο
- ζυθοπωλείο
- ζωνάτο
- ζώο
- ζωοτροφείο
- Ζωριάνο
- ηγουμενείο
- ηλεκτρολογείο
- ηλεταχυδρομείο
- ηνίο
- ηρώο
- ηχείο
- ηχοτοπίο
- θειωρυχείο
- θεολογείο
- θεωρείο
- θηρίο
- θηριοτροφείο
- Θησείο
- θνησιμαίο
- θρανίο
- θρύο
- θυννείο
- θυννοσκοπείο
- θυρωρείο
- ιατρείο
- ιερατείο
- ιεροδιδασκαλείο
- ιεροδικείο
- ινίο
- ινστιτούτο
- ιντερέσο
- ιντερμέτζο
- ίο
- ιπποτροφείο
- ιπποφορβείο
- ίσο
- ιστίο
- ιστιοραφείο
- ιστιοφόρο
- ισχίο
- ιχθυοπωλείο
- ιχθυοτροφείο
- ιχνοστοιχείο
- ιωβηλαίο
- καβαλέτο
- καβάλο
- κάδρο
- καζίνο
- κάζο
- κακουργιοδικείο
- κακουργοδικείο
- Καλέργο
- Καλεσμένο
- Καλλέργο
- καλυκοποιείο
- καμινέτο
- καναβάτσο
- κανναβάτσο
- κάντρο
- καπάρο
- καπελίνο
- καπέλλο
- καπέλο
- καπετανάτο
- καπνεμπορείο
- καπνοπωλείο
- καπρίτσιο
- καπρίτσο
- καρβουνοπωλείο
- καρενάγιο
- καρλίνο
- καρνάγιο
- κάρο
- καρότο
- καρπέτο
- καρτούτσο
- καρώτο
- κασκέτο
- καστέλλο
- καστέλο
- κάστρο
- Κάστρο
- κατεστημένο
- κατζίο
- κατσαριδοκτόνο
- καφεκοπτείο
- καφενείο
- καφφενείο
- καφωδείο
- κβάντο
- κβαντοδυφίο
- κέδρο
- κειμηλιαρχείο
- κέντρο
- κέντρο διασκέδασης
- κέντρο υγείας
- κεραμείο
- κεραμοποιείο
- κεραμουργείο
- κεφαλαίο
- κηρίο
- κηροπλαστείο
- κηροποιείο
- κιλότο
- κινίνο
- κίτρο
- κλαβεσίνο
- κλαπέτο
- κλαρινέτο
- κλαρίνο
- κλειδουχείο
- κλείθρο
- κλείστρο
- κλωνίο
- κλωνοστοιχείο
- κλωστοϋφαντουργείο
- κνούτο
- κογκρέσο
- κοκκίο
- κοκκολιθοφόρο
- κολαούζο
- κολάρο
- κολλαγόνο
- κόλλο
- κόλο
- Κολοσσαίο
- κόλπο
- -κομείο
- κομιτάτο
- κομοδίνο
- κομπλιμέντο
- κομφέτο
- κομφέττο
- κονικλοτροφείο
- κονκορδάτο
- κονσερβοποιείο
- κονσέρτο
- κοντραμπάντο
- κοντραμπάσο
- κοντραπάσο
- κοντραπούντο
- κοντσέρτο
- κοπλιμέντο
- κορδονέτο
- κορνέτο
- κορνιζοποιείο
- κόρνο
- κορόδιο
- κορόζο
- κορόιδο
- κορόμπλο
- κοσμηματοπωλείο
- κοτσανέλο
- κουαρτέτο
- κουζινέτο
- κουιντέτο
- κουμάντο
- κουνελοτροφείο
- κουράγιο
- Κουρβίνο
- κουρείο
- κουρελοπρολεταριάτο
- κουρζέτο
- κουρτέλο
- κουφέτο
- κοχλιολειμακοκτόνο
- κοχλιολειματοκτόνο
- κρανίο
- κράνο
- Κρεμλίνο
- κρεοπωλείο
- κρίνο
- κρινολίνο
- κρύο
- κυβερνείο
- κυδωνάτο
- κυλικείο
- κυνοκομείο
- κωλοχανείο
- κωνίο
- κωνοφόρο
- κωσταντινάτο
- λαβομάνο
- λαγούτο
- λαζαρέτο
- λαζαρέττο
- λαμόγιο
- λαούτο
- λάσο
- λάσσο
- λατομείο
- λαχανοπωλείο
- λαχείο
- λεβητοποιείο
- λεμοντσέλο
- λεμφαγγείο
- λεπροκομείο
- λευκοσιδηρουργείο
- λεωφορείο
- ληξιαρχείο
- λησταρχείο
- λιγνιτωρυχείο
- λιγούστρο
- λιθανθρακωρυχείο
- λιθογραφείο
- λίκνο
- λιμεναρχείο
- λιμοντσέλο
- λιμπρέτο
- λίτρο
- λοβίο
- λογείο
- λουκέτο
- λούσο
- λούστρο
- λοφίο
- λυσσιατρείο
- Μαγδεβούργο
- μαγειρείο
- μάγια
- μαγκαζίνο
- μαγκιπείο
- μάκτρο
- Μαλανδρίνο
- μανιφέστο
- Μανούτσο
- μαντάτο
- μαντείο
- μαντολάτο
- μαντολίνο
- μαντολοτσέλο
- μαρασκίνο
- μαργραβάτο
- μάρκο
- μαρμαρογλυφείο
- μαρσιποφόρο
- Μαρτίνο
- μαστέλο
- μάτσο
- Μαυρίλο
- μαύρο
- μαυσωλείο
- μαχαιροποιείο
- μεγαλείο
- μεζεδοπωλείο
- μελανείο
- μελανοδοχείο
- μελισσοκομείο
- μελισσοτροφείο
- μελισσουργείο
- μενουέτο
- μέσο
- μέσο κοινωνικής δικτύωσης
- μέσο μαζικής ενημέρωσης
- μέσο μαζικής μεταφοράς
- μέσο σταθερής τροχιάς
- μεταδεδομένο
- μεταλλείο
- Μεταλλείο
- μεταλλουργείο
- μεταλλωρυχείο
- μεταξουργείο
- Μεταξουργείο
- μετεωροσκοπείο
- μέτρο
- μήλο
- μηναίο
- μητάτο
- μητρώο
- μηχανουργείο
- μικρολεωφορείο
- μινουέτο
- μινούτο
- μισθοδικείο
- μιτογόνο
- μνημείο
- μονοπλάνο
- μοντέλο
- μόρσο
- Μοσχάτο
- μοσχάτο
- μοτίβο
- μουράγιο
- μουρέλο
- μουρλοκομείο
- μούρο
- μουσείο
- μουσκέτο
- μούσκιο
- μούσκλο
- μούτρο
- μπάζο
- μπαλάντσο
- μπαλαούρο
- μπαλέτο
- μπάνιο
- μπάντζο
- μπαούλο
- μπάρκο
- μπάσο
- μπέτσο
- μπιλιάρδο
- μπιλιέτο
- μπισκότο
- μπλόκο
- μπορδέλο
- μπορντέλο
- μποτσέλο
- μπουγέλο
- μπούγιο
- μπουκέτο
- μπουλεβάρτο
- μπουρδέλο
- μπουρδέτο
- μπουρλότο
- μπούστο
- μπράτσο
- μπρούσκο
- μυδραλιοβόλο
- μυοκτόνο
- μύρο
- μυροδοχείο
- μυροποιείο
- μυροπωλείο
- μύρτο
- μυτιλοτροφείο
- Ναβαρίνο
- νάτρο
- Ναυαρίνο
- ναυαρχείο
- ναυπηγείο
- ναυτοδικείο
- νεκρομαντείο
- νεκροταφείο
- νεκροτομείο
- νεκροφυλακείο
- νέο
- νεοαντιγόνο
- νετρίνο
- νεύρο
- νεωλκείο
- νηματουργείο
- νηπιαγωγείο
- νησσοτροφείο
- νιάτο
- νιτερέσο
- νίτρο
- νομαρχείο
- νομισματοκοπείο
- νοσοκομείο
- ντεμπούτο
- ντοκουμέντο
- ντουέτο
- νυμφαίο
- ξαμπελώνω
- ξενοδοχείο
- ξέστρο
- ξεσυνέριο
- ξύλο
- ξυλουργείο
- οβιδοβόλο
- ογκοστοιχείο
- οδοντιατρείο
- οδοντοφόρο
- οικοπάρκο
- οικοτροφείο
- οινοδοχείο
- οινομαγειρείο
- οινοπνευματοποιείο
- οινοπνευματοποτείο
- οινοποιείο
- οινοπωλείο
- οιστρογόνο
- οκτέτο
- Ολδεμβούργο
- ολιγοστοιχείο
- ολμοβόλο
- ομπρελίνο
- οξυγόνο
- οπαίο
- οπιούχο
- οπληφόρο
- όπλο
- οπλονομείο
- οπλοποιείο
- οπλοπολυβόλο
- οπλοπωλείο
- οπλουργείο
- οπωροπαντοπωλείο
- οπωροπωλείο
- οπωροφόρο
- οργανέτο
- οργανοποιείο
- ορνιθοκομείο
- ορνιθοπωλείο
- ορνιθοτροφείο
- όρνιο
- ορυχείο
- ορφανοτροφείο
- οστρεοτροφείο
- ούζο
- ουζομεζεδοπωλείο
- ουζοπωλείο
- ούλο
- ουραίο
- ουράνια
- ούρο
- ουροδοχείο
- οφθαλμιατρείο
- παγοποιείο
- παγοπωλείο
- παθογόνο
- παιδοκομείο
- πακέτο
- πάκο
- παλάγκο
- παλαιοβιβλιοπωλείο
- παλαιοπωλείο
- πάλκο
- παμφορείο
- πανδοχείο
- παντοπωλείο
- πάντσο
- παραθείο
- παραισθησιογόνο
- παραπέτο
- παρασιτοκτόνο
- παρθεναγωγείο
- παρκέτο
- πάρκο
- πάρκο τσέπης
- παρλαμέντο
- πασαμέντο
- πάσο
- παταράτσο
- πατριαρχείο
- πεδιλοποιείο
- πεδίο
- πεδίο σπουδών
- πειθαρχείο
- πέμπτο
- πέπλο
- πεπρωμένο
- περγαμόντο
- περγαμότο
- περγέλιο
- περιστεροτροφείο
- περονοφόρο
- πεταλοποιείο
- πεταλουργείο
- πέτο
- πετρελαιοφόρο
- πεύκο
- πηδαλιουχείο
- πηλίκο
- πηνίο
- πιάνο
- πιάστρο
- πιατέλο
- πιάτο
- πιάτο ημέρας
- πιγμέντο
- πικέτο
- πιλοποιείο
- πινέλο
- πιπεροδοχείο
- πιτσικάτο
- πλακάτο
- πλάνο
- πλάστρο
- πλέθρο
- πλήκτρο
- πληκτροφόρο
- πλημμελειοδικείο
- πλινθοκεραμοποιείο
- πλινθοποιείο
- πλοίο
- πνευματοποιείο
- -ποιείο
- πολυβόλο
- πολυεργαλείο
- πολυϊατρείο
- πολυμέσο
- πολυτεχνείο
- Πολυτεχνείο
- ποντικοκτόνο
- πορθμείο
- πορνείο
- πορταμέντο
- πορτέλο
- πόρτο
- πορτραίτο
- πορτρέτο
- πόστο
- ποτοποιείο
- ποτοπωλείο
- Πούρκο
- πούρο
- πρακτορείο
- πράσο
- πρέμνο
- πριγκιπάτο
- προεδρείο
- προλεταριάτο
- προνουντσιαμέντο
- προξενείο
- προστώο
- προσωπείο
- προτεκτοράτο
- προτζέτο
- πρυτανείο
- πρωτάτο
- πρωτείο
- πρωτοδικείο
- Πρωτοθηρία
- πταισματοδικείο
- πτηνοσφαγείο
- πτηνοτροφείο
- πτίλο
- πτυελοδοχείο
- πτυχίο
- πτωχοκομείο
- πυρηνελαιουργείο
- πυριτιδοποιείο
- πυροβολείο
- πυροβόλο
- πυροτεχνουργείο
- -πωλείο
- ραβδίο
- ραδιογωνιομετρία
- ραδιοστοιχείο
- ρακοπωλείο
- ραμολιμέντο
- ράντζο
- ράντσο
- ραπόρτο
- ράσο
- ραφείο
- ρεγάλο
- ρείθρο
- ρεμέντζο
- ρεμέτζο
- ρεσάλτο
- ρετσιτατίβο
- ρηγάτο
- ρίσκο
- ρόδο
- ρόιδο
- ρομάντζο
- ρομάτζο
- ροντέλο
- ρόπτρο
- ρόστο
- ρούχο
- σαγματοποιείο
- σαγματοπωλείο
- σάλιο
- σαλότο
- σάλτο
- σαμπέκο
- σανδαλοποιείο
- σανοπωλείο
- σαπωνοποιείο
- σαρκίο
- σαρμάκο
- σβέρκο
- σείστρο
- σελοποιείο
- σεπτέτο
- σημείο
- σημείο δρόσου
- σηροτροφείο
- σιγαρέτο
- σιγαροποιείο
- σιδηροπωλείο
- σιδηρουργείο
- σιδηροχρωματοπωλείο
- σιδηρωρυχείο
- σινιάλο
- σκαρμούτσο
- σκαρπέλο
- σκασιαρχείο
- σκέρτσο
- σκήπτρο
- σκιάχτρο
- σκίνο
- σκίρο
- σκίτσο
- σκλήθρο
- Σκλήθρο
- σκόντο
- σκοποβολείο
- σκορβούτο
- σκόρδο
- σκοροκτόνο
- σκούδο
- σκουλαμέντο
- σκρίνιο
- σκύρο
- σμάλτο
- σμπάρο
- σμυριδορυχείο
- σολδίο
- σομπρέρο
- σονέτο
- σόργο
- σουλάτσο
- σουλτανάτο
- σουπίνο
- σούρβο
- σουρτούκο
- σουσαμάτο
- σπαγέτο
- σπαγκάτο
- Σπαραγαρίο
- σπαρματσέτο
- σπάρτο
- σπερματσέτο
- σπήλιο
- σπιράγιο
- σπίρτο
- σπλάγχνο
- σπλάχνο
- σπορείο
- σταθμαρχείο
- σταχτοδοχείο
- στεατουργείο
- στερεοτυπείο
- στέρνο
- στηθαίο
- στιλέτο
- στιφάδο
- στοιχείο
- στραπάτσο
- Στρασβούργο
- στρατηγείο
- στρατοδικείο
- στράτσο
- στρουθίο
- στροφείο
- στρωμάτσο
- σύκο
- συμβολαιογραφείο
- συνδικάτο
- συνεργείο
- συνέριο
- συνήθειο
- συνημμένο
- συρματοποιείο
- συρματουργείο
- σύσκιο
- συχώριο
- σφαγείο
- σφάγνο
- σφουγγάτο
- σχοινίο
- σχολαρχείο
- σχολείο
- σωματείο
- σώτρο
- ταβερνείο
- ταλέντο
- ταμείο
- ταμπάκο
- ταμπάρο
- ταμπεραμέντο
- ταμπούρλο
- ταμπούρο
- ταπέτο
- ταπητουργείο
- τάστο
- ταχυβόλο
- ταχυδρομείο
- ταχυφαγείο
- τεθωρακισμένο
- τεϊοποτείο
- τεϊοπωλείο
- τειχίο
- τέκνο
- τελάρο
- τελωνείο
- τεμπελχανείο
- τέμπλο
- τενόρο
- τερτσέτο
- τετελεσμένο
- τεύτλο
- τεφροδοχείο
- τηλεβόλο
- τηλεγραφείο
- τηλεμαγκαζίνο
- τηλεφωνείο
- τίλιο
- τιράγιο
- τιτλοφόρο
- τοιχίο
- τόξο
- τοπίο
- τορπιλοβόλο
- τορπιλοπλάνο
- τορπιλοφόρο
- τούβλο
- τουρέλο
- τραίνο
- τράκο
- τραμπολίνο
- τραμπουκέτο
- τραμπούκο
- τραπεζαρείο
- τράτο
- τρελοκομείο
- τρένο
- τριβείο
- τριολέτο
- τρίτο
- τρολοκομείο
- τροπείο
- -τροφείο
- τροχείο
- τροχοφόρο
- τρυβλίο
- τρωκτικοκτόνο
- τσάκνο
- τσελιγκάτο
- τσέλο
- τσερβέλο