Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | σίδερο | τα | σίδερα |
| γενική | του | σίδερου | των | σίδερων |
| αιτιατική | το | σίδερο | τα | σίδερα |
| κλητική | σίδερο | σίδερα | ||
| Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ουδέτερα προπαροξύτονα ισοσύλλαβα ουσιαστικό σε -ο με σταθερό τον τόνο σε όλες τις πτώσεις.
- το σίδερο, του σίδερου, τα σίδερα, των σίδερων
Δείτε και τα παροξύτονα όπως 'πεύκο'
για τους συντάκτες: {{el-κλίση-'σίδερο'}} |
Pages in category "Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)"
- αβάρσαμο
- αβάσιμο
- αβάσκαντο
- άβατο
- αβγολέμονο
- αβγοτάραχο
- αβγότσουφλο
- αβέβαιο
- αβούτιλο
- αγαθόπαιδο
- αγαθόχορτο
- αγαποβότανο
- αγγελόψαρο
- αγγουρόνερο
- αγήρατο
- αγιάγκαθο
- άγιο
- αγιοδημητριάτικο
- αγιολείψανο
- αγιολούλουδο
- αγιοστέφανο
- αγιόφιδο
- αγιωργίτικο
- αγκιναρόφυλλο
- αγκιναρόχορτο
- αγκύλιο
- αγνάντιο
- αγουρόλαδο
- αγριάπιδο
- αγριμόνιο
- Αγριοβότανο
- αγριοβότανο
- αγριοβούβαλο
- αγριογαρίφαλο
- αγριόγιδο
- αγριογούρουνο
- αγριοθύμαρο
- αγριοκάστανο
- αγριοκάτσικο
- αγριοκέρασο
- αγριοκούναβο
- αγριοκούνελο
- αγριόκρινο
- αγριοκύμινο
- αγριοκυπάρισσο
- αγριολάπαθο
- αγριολάχανο
- αγριολίναρο
- αγριολούλουδο
- αγριομούλαρο
- αγριοπερίστερο
- αγριόπευκο
- αγριοπούλαρο
- αγριόπουλο
- αγριοράδικο
- αγριοσίταρο
- αγριόσκυλο
- αγριόσυκο
- αγριόχορτο
- αγροτόπαιδο
- αγροτόσπιτο
- αγυιόπαιδο
- αγωγιμόμετρο
- αδιάβροχο
- αδίαντο
- αδιαχώρητο
- αδικαίωτο
- -άδικο
- αεράδικο
- αερέλκυθρο
- αεριόφωτο
- αεριωθούμενο
- αερόθερμο
- αερόκλειδο
- αερόλουτρο
- αεροματσάκονο
- αερόπλανο
- αερόπλοιο
- αερόστατο
- αερόστρωμνο
- αερόσφυρο
- αερότρενο
- αεροτρύπανο
- αερόφρενο
- αερόφυτο
- αερόφωνο
- αετόπουλο
- αζουλένιο
- αθόγαλο
- αθότυρο
- αϊδημητριάτικο
- αιθίνιο
- -αίικο
- αιματάλευρο
- αιματόμετρο
- αιματόξυλο
- αϊνσταΐνιο
- αισχρόλογο
- αϊτόπουλο
- αιωρόπτερο
- ακαταδίωκτο
- ακαταλόγιστο
- ακατόρθωτο
- ακομοδέσιο
- ακρόβουνο
- ακροδάχτυλο
- ακροθάλασσο
- ακρολίμανο
- ακρόλιμνο
- ακρόπρωρο
- αλάβαστρο
- αλανοπερίστερο
- αλατόνερο
- αλατοπίπερο
- αλβανόπουλο
- άλβατρο
- αλεξήνεμο
- αλεξιβάσκανο
- αλεξικέρατο
- αλεξικέραυνο
- αλεξίπτωτο
- αλεπόπουλο
- αλεποτόμαρο
- αλεσφακόλαδο
- αλετρόποδο
- αλευράδικο
- αλευράπιδο
- αλευρόγαλο
- αλευρόζουμο
- αλευροκόσκινο
- Αλευροστάφυλο
- αλητόπαιδο
- άλικο
- αλικούντιο
- αλληλέγγυο
- αλλόμορφο
- αλμόλοιπο
- αλμπάνικο
- άλμπουρο
- αλογοπάζαρο
- αλοπήγιο
- αλουμινόχαρτο
- αλουποτόμαρο
- αλσύλλιο
- αλυσέλικτρο
- αλυσοπρίονο
- αλφαδολάστιχο
- αμαξάδικο
- αμάραντο
- αμελκτήριο
- αμερικανόπαιδο
- αμερικανόπουλο
- αμίαντο
- αμμόκρινο
- αμμόλουτρο
- αμμοχάλικο
- αμπελοστάφυλο
- αμπελοφάσουλο
- αμπελόφυλλο
- αμπελοχώραφο
- αμπερόμετρο
- αμπέχονο
- αμυγδαλέλαιο
- αμυγδαλόλαδο
- αμυλάλευρο
- αμφίσκορο
- ανάγλυφο
- αναπόδραστο
- αναπότρεπτο
- αναπόφευκτο
- αναρχούμενο
- αναστημόμετρο
- ανατρεπόμενο
- ανδράποδο
- ανδρώνυμο
- ανεμόβροχο
- ανεμοκάμηλο
- ανεμούριο
- ανεμόχολο
- ανεμόχορτο
- ανεξάλειπτο
- ανεξερεύνητο
- ανεξίτηλο
- ανεξιχνίαστο
- ανεπανόρθωτο
- ανέσπερο
- ανέφικτο
- άνηθο
- ανήλιο
- ανθόγαλο
- ανθοκούλουρο
- ανθόκρινο
- ανθόμελο
- ανθόνερο
- ανθότυρο
- ανθρωποπάζαρο
- ανθύλλιο
- ανικανοποίητο
- Αννόβερο
- αντάρτικο
- αντενοκάταρτο
- άντερο
- αντήλιο
- αντίβαρο
- αντιβράχιο
- αντίδερο
- αντίδωρο
- αντίζυγο
- αντίκοιλο
- αντίλαμπρο
- αντιμάμαλο
- αντίντερο
- αντιόξινο
- αντίρροπο
- αντίσκηνο
- αντίστοιχο
- αντίστυλο
- αντίψυχο
- αντλητήριο
- αντρόγυνο
- Άνυδρο
- ανυπόστατο
- αξελερόμετρο
- αξιοθέατο
- αξιόμαχο
- αξιοσημείωτο
- αξιόχρεο
- απανώρουχο
- απειροστημόριο
- απλανόσπορο
- απόβαρο
- απόβραδο
- απόβροχο
- απόγειο
- αποδιαλέγουρο
- αποκαλόκαιρο
- απόκερο
- απολείτουργο
- απολυτίκιο
- απόμακτρο
- απόμαλλο
- απομεσήμερο
- απόμουχρο
- απόνερα
- απόνερο
- απονύχτερο
- απόπαιδο
- αποσάριδο
- αποστάφυλο
- αποτσίγαρο
- αποχείμωνο
- απρογραμμάτιστο
- απροσάρμοστο
- απροσδιόριστο
- απροσμέτρητο
- απροχώρητο
- αραβοσιτάλευρο
- αραβοσιτέλαιο
- αραμπαδόξυλο
- αραποσίταρο
- αραπόσταρο
- αραποφάσουλο
- αραχιδέλαιο
- αρβυλάδικο
- άρβυλο
- αργυρογλάρονο
- αργυροκούδουνο
- αρετσίνωτο
- αρθρόποδο
- αριστερόμετρο
- αρκουδοπούρναρο
- αρκουδοτόμαρο
- αρμεκτήριο
- άρμενα
- άρμενο
- αρμενόπουλο
- αρμόγαλο
- αρμοκάλυπτο
- αρμοκάλυπτρο
- άρμπουρο
- αρπαγόφυτο
- αρτόδενδρο
- αρτόδεντρο
- αρχαιόφωνο
- αρχιπέλαγο
- αρχοντόπουλο
- αρχοντορεμπέτικο
- αρχοντόσπιτο
- ασβεστάδικο
- ασβεστοκάμινο
- ασβεστόνερο
- ασημοκάντηλο
- ασημοστόλιδο
- ασημόχαρτο
- ασινόφιδο
- ασόδυο
- ασπράγκαθο
- ασπροδέλφινο
- ασπροθύμαρο
- ασπροκαλάμποκο
- ασπρολούλουδο
- ασπρόξυλο
- ασπρορουχάδικο
- ασπρόρουχο
- ασπροσάνιδο
- ασπρόψαρο
- αστάτιο
- άστατο
- αστραπόβροντο
- αστραπόφεγγο
- αστραπόφιδο
- αστρολούλουδο
- αστρόφεγγο
- ασυμβίβαστο
- ασύνδετο
- ασυνείδητο
- ασφακόμελο
- ασφαλτόπανο
- ασχημόπαπο
- ατμόλουτρο
- ατμοσίδερο
- ατρακτίδιο
- αυγολέμονο
- αυγοτάραχο
- αυγότσουφλο
- αυγουλάδικο
- αυθυπόστατο
- αυτεξήγητο
- αυτόγραφο
- αυτόγυρο
- αυτόζυμο
- αυτόκαυστο
- αυτοκέφαλο
- αυτοκινητόσπιτο
- αυτόκλειστο
- αυτόμελο
- αφεντόπαιδο
- αφεντόπουλο
- άφευκτο
- αφήλιο
- άφιλτρο
- αφρόγαλο
- αφρόδιχτο
- αφρόλουτρο
- αφρομύζηθρο
- αφρόχειλο
- αφρόψαρο
- άχερο
- αχλαδόκρασο
- αχλαδόμηλο
- Αχλαδοπόταμο
- αχνόφεγγο
- αχρειόλογο
- άχυρο
- αψίνθιο
- βαγγέλιο
- βαγιόκλαδο
- βαγιόκλαρο
- Βαθύκοιλο
- βαθύπεδο
- βακκίνιο
- βαλανιδόψωμο
- βαλσάμικο
- βάλσαμο
- βαλσαμόλαδο
- βαλσαμόχορτο
- βαλτόνερο
- βαμβακέλαιο
- βαμβακόμελο
- βαμβακοχώραφο
- βάρδουλο
- βαρελάδικο
- βαρελοσάνιδο
- βάρσαμο
- βαρύκεντρο
- βαρυτήμετρο
- βασίδιο
- βασιλοκούλουρο
- βασιλομανίταρο
- βασιλόπουλο
- Βασιλόπουλο
- βασιλόψωμο
- βατόμουρο
- βατραχοπέδιλο
- βατραχοπόδαρο
- βατραχόψαρο
- βάτσινο
- βδομαδιάτικο
- βεζιρόπουλο
- βελανιδόψωμο
- βενζένιο
- βενζινάδικο
- βενζινάροτρο
- βενζινόπλοιο
- βεράτιο
- βερίκοκο
- βερύκοκο
- βημόθυρο
- βήχιο
- βιγκανόμετρο
- βιδάνιο
- βίντεο
- βιοκάρβουνο
- βισμούθιο
- βίτσιο
- βλακόμετρο
- βλακόμουτρο
- Βλαχοκάτουνο
- βλαχόπουλο
- βοδάλαφο
- βοθρατζίδικο
- βοϊδόνευρο
- βοϊδοτόμαρο
- βοσκόπουλο
- βότσαλο
- βούκινο
- βουκράνιο
- βούκρανο
- βούνευρο
- βουρκόνερο
- βουταδιένιο
- βούτομο
- Βούτομο
- βουτυρόγαλα
- βουτυρόπαιδο
- βράγχιο
- βράκτιο
- βραχοκιρκίνεζο
- βρόμικο
- βρομογούρουνο
- βρομοθήλυκο
- βρομόλογο
- βρομόνερο
- βρομόξυλο
- βρομόπαιδο
- βρομοπόδαρο
- βρομόσκυλο
- βρομόχερο
- βρομόχορτο
- βροχόλουρο
- βροχόνερο
- βροχοσύννεφο
- βρωμοθήλυκο
- βρωμοπόδαρο
- βρωμόχερο
- βυζανιάρικο
- βυθόμετρο
- βύσσινο
- γάβανο
- γαϊδουράγκαθο
- γαϊδουροκαλόκαιρο
- γαϊδουρομούλαρο
- γαϊδουρόψαρο
- γαϊτανόφρυδο
- γαλακτομπούρεκο
- γαλανόλευκο
- γαλατάδικο
- γαλατομπούρεκο
- γαλόπουλο
- γαμοπίλαφο
- γαντζόκλειδο
- γανωματάδικο
- γαρίφαλο
- γαρούφαλο
- γαρύφαλλο
- γατόδεντρο
- γατοκέφαλο
- γατόφιδο
- γατόψαρο
- γειτονόπουλο
- γελογλάρονο
- γεμοφέγγαρο
- γεμόφεγγο
- γενόσημο
- γεροκούσαλο
- γερόντιο
- γεροντοπαλίκαρο
- γεροντόπαχο
- γεωτρύπανο
- γιαουρτάδικο
- γιασεμόλαδο
- γιατρόφιδο
- γίγαρτο
- γιδοστέφανο
- γιδοτόμαρο
- γιομοφέγγαρο
- γιουτόσχοινο
- γκάγκαρο
- γκαζάδικο
- γκαζόμετρο
- γκαρμπολάχανο
- γκρουπούσκουλο
- γλάκιο
- γλυκάνισο
- γλυκολέμονο
- γλυκόλογο
- γλυκόμηλο
- γλυκομπίζελο
- γλύφανο
- γλωσσίτικο
- γλωσσόφιλο
- γουδόχερο
- γουνάδικο
- γουναράδικο
- γουνάριο
- γούπατο
- γουρουνόμουτρο
- γουρουνόπουλο
- γουρουνοτόμαρο
- γουρουνοτσάρουχο
- Γρεγολίμανο
- γρηγορόσημο
- γριάβαλο
- γυαλάδικο
- γυαλόχαρτο
- γυμνασιοκόριτσο
- γυμνασιόπαιδο
- γύναιο
- γυράδικο
- γυροφούστανο
- γυφτόπουλο
- γυφτοφάσουλο
- δαμάσκηνο
- δασκαλόπαιδο
- δασκαλόπουλο
- δασολίβαδο
- δασόμελο
- δασύλλιο
- δαφνόκουκκο
- δαφνόκουκο
- δαφνοκούκουτσο
- δαφνόλαδο
- δαφνοστέφανο
- δεκάγραμμο
- δεκάγωνο
- δεκάδραχμο
- δεκάευρο
- δεκαήμερο
- δεκάκιλο
- δεκάλιρο
- δεκαπενθήμερο
- δεκαπενταύγουστο
- δεκάποδο
- δεκάποντο
- δεκάρικο
- δεκαχίλιαρο
- δελταπτέρυγο
- δελφινάριο
- δελφινοκόριτσο
- δεματόχορτο
- δενδρολίβανο
- δενδρόσπιτο
- δεντρογέρακο
- δεντρολίβανο
- δεντρόσπιτο
- δεξαμενόπλοιο
- δερματάδικο
- δερματόφυτο
- Δήλησο
- διαβολοκόριτσο
- διαβολόπαιδο
- διαβολόχορτο
- διαθλασίμετρο
- διακοσάευρο
- διάμεσο
- διαμεσόγαμα
- διάσελο
- Διάσελο
- διασκεδαστήριο
- διάσπορο
- διαστημοδρόμιο
- διάφορο
- διάχωρο
- δίβηλο
- δίδραχμο
- δίευρο
- δίζυγο
- διήμερο
- δικάβαλο
- δίκαννο
- δίκαρτο
- δικάταρτο
- δικηγορόσημο
- δίκοχο
- δίκρανο
- δίκταμο
- δίμιτο
- δινόλουτρο
- διοριστήριο
- διόφθαλμο
- δίπατο
- διπλομπεκάτσινο
- διπλοσάγονο
- διπλοσάινο
- διπλοσέλινο
- δίποντο
- δίπρακτο
- δίπροκο
- δισέγγονο
- δισκάδικο
- δισκοπότηρο
- δισκοπρίονο
- δισκόφρενο
- δίστηλο
- δισύλλαβο
- δίτροχο
- δίφραγκο
- Δοβίτσινο
- δόκανο
- δραπανοκατσάβιδο
- Δρομοκαΐτειο
- δροσόπαγο
- δρύφακτο
- δρύφρακτο
- δυναμόκλειδο
- Δωδεκάημερο
- δωδεκάμερο
- Δωδεκάμερο
- δωδεκάωρο
- δωρητήριο
- έβδομο
- εβενόξυλο
- έγγαλο
- έγκοιλο
- εγχυματόζωο
- εθνάριο
- ειδησάριο
- εικοσάδραχμο
- εικοσάευρο
- εικοσάρικο
- εικοσιπεντάδραχμο
- εικοσιπεντάευρο
- εκατόευρο
- εκατόλιτρο
- εκατοντάδραχμο
- εκατοστάρικο
- εκατοστόλιτρο
- έκκεντρο
- εκκλησίδιο
- εκτημόριο
- έκτροπο
- ελαιόθερμο
- ελαιόψωμο
- ελατόμελο
- ελατόξυλο
- ελαφοκέρατο
- Ελαφολίμανο
- ελαφόπουλο
- ελεφαντόδοντο
- ελεφαντοκόκαλο
- ελιξήριο
- ελιξίριο
- ελιόδενδρο
- ελιόδεντρο
- ελιοκούκουτσο
- ελιόψωμο
- ελληνάδικο
- ελληνικάδικο
- ελληνόμετρο
- ελληνόπουλο
- έμπεδο
- εμποροπάζαρο
- ενδοδαπέδιο
- εντεψίζικο
- εξαήμερο
- εξάχορδο
- έξεργο
- εξώπλατο
- εξώραφο
- επαγώγιμο
- επακόλουθο
- επεισόδιο
- επιθαλάμιο
- επικόπανο
- επίκρανο
- επινεφρίδιο
- επιπλάδικο
- επισκληριδοσκόπιο
- επίστεγο
- επιστολόχαρτο
- επιστρόφιο
- επίσωτρο
- έποχο
- επτάζυμο
- επταήμερο
- εργατοκάτεργο
- εργατόκρανο
- εργόχειρο
- ερεισίνωτο
- ερεισίχειρο
- ερημόνησο
- ερημόφιδο
- έρμαιο
- ερωτόλογο
- ευαγγελιστάριο
- ευπώλητο
- ευρωδάνειο
- ευρώπιο
- ευρώπουλο
- ευφήμιο
- εφαρμογίδιο
- εφέδρανο
- εφήβαιο
- εφτάζυμο
- εφταήμερο
- ζαβαλίδικο
- ζαντολάστιχο
- ζαχαροζύμαρο
- ζαχαροκάλαμο
- ζαχαροκάντιο
- ζαχαροκούλλουρο
- ζαχαροκούλουρο
- ζαχαρομπίζελο
- ζαχαρόνερο
- ζαχαρότευτλο
- ζεδοάρειο
- ζευγόλουρο
- ζιπέλαιο
- ζούζουλο
- -ζουμο
- ζούμπερο
- ζύγωθρο
- ζωνοδέλφινο
- ζωντόβολο
- ζωοπάζαρο
- ζώπυρο
- ηδύποτο
- ήλεκτρο
- ηλεκτροδυναμόμετρο
- ηλεκτροθερμόμετρο
- ηλεκτροματσάκονο
- ηλεκτρόφωνο
- ηλιάλευρο
- ηλιανθόμελο
- ηλιέλαιο
- ηλιόβολο
- ηλιόλουτρο
- ηλιόφωτο
- ημερόπλοιο
- ημιρυμουλκούμενο
- ημίψηλο
- θαλαμόσκυλο
- θαλασσόνερο
- θαλασσόξυλο
- θαλασσοχελίδονο
- θαλασσόχορτο
- θαλλόφυτο
- θαμνόφιδο
- θαμπόγυαλο
- θέμελο
- θεοσκόταδο
- θερμιδόμετρο
- θερμόλουτρο
- θερμοσίφωνο
- θέσμιο
- θίξιμο
- θράψαλο
- Θριάσιο
- θρύψαλο
- θυμαρόμελο
- θυρόφυλλο
- θωρακοσκόπιο
- ιδιαίτερο
- ιδιόλεκτο
- ιδιόμελο
- -ικο
- ιλυόλουτρο
- ινδοκάρυδο
- ιντερλούδιο
- ιντερμέδιο
- ισοπρένιο
- ιστιόπανο
- ιχθυάλευρο
- καβάφικο
- κάγκελο
- καθάρσιο
- καθρεφτάδικο
- καϊκοβάπορο
- Καινούργιο
- Κάιρο
- κάκαδο
- κακαόδεντρο
- κακόπαιδο
- Κακοπέρατο
- καλαμοσίταρο
- καλαμόσπιτο
- καλαμόσχοινο
- καλαμόφυλλο
- καλαμποκάλευρο
- καλαμποκέλαιο
- Καλλιμάρμαρο
- καλλωπιστήριο
- καλογερόπαιδο
- Καλοπήγαδο
- καλυβόσπιτο
- καλφόπουλο
- καμηλόμαλλο
- κάμποτο
- καμπυλόγραμμο
- καμφορόδεντρο
- κανατάδικο
- κανναβόσκοινο
- κανναβόσχοινο
- κανναβόχαρτο
- κάντιο
- καουτσουκόδεντρο
- καπαρόκουμπο
- καπελάδικο
- καπετανόπουλο
- καπνομάγαζο
- καπνόφυλλο
- κάπουλο
- καραβόπανο
- καραβόσκαρο
- καραβόσκοινο
- καραβόσκυλο
- καραβόσχοινο
- καραβοφάναρο
- καραμελάδικο
- καρβουνάδικο
- καρβουνιάρικο
- κάρβουνο
- κάρδαμο
- καρδάμωμο
- καρεκλάδικο
- καρεκλοπόδαρο
- κάρικο
- καριόφιλο
- κάρκανο
- καρμίνιο
- καρμπολάχανο
- καροτόζουμο
- καρούμπαλο
- καρπόφυλλο
- καρυδέλαιο
- καρυδόξυλο
- καρυδότσουφλο
- καρυδόφλουδο
- καρυόφυλλο
- κάσαρο
- κασετάδικο
- κασετόφωνο
- κασουάριο
- κάσσαρο
- καστανέρυθρο
- κάστανο
- καστανόμελο
- καστορέλαιο
- καστρομονάστηρο
- καταβόδιο
- κατακαλόκαιρο
- Κατάκολο
- καταμεσήμερο
- κατάμπαρο
- κατάραχο
- κατάστιχο
- καταυόδιο
- καταχείμωνο
- κάτεργο
- κατευόδιο
- κατοστάευρο
- κατοστάρικο
- κάτουρο
- κατραμόπανο
- κατραμόχαρτο
- κατσάβραχο
- κατσικοτόμαρο
- κατωσάγονο
- κατωσέντονο
- καύκαλο
- καυλορόπανο
- καυσόξυλο
- καφεόδεντρο
- καψουροτράγουδο
- καψύλιο
- κεδρόξυλο
- κεράδικο
- κεραμιδάδικο
- κεράτιο
- κέρατο
- κερόπανο
- κεφαλιάτικο
- κεφαλόβρυσο
- Κεφαλόβρυσο
- κεφαλομάντιλο
- κεφαλόμετρο
- κεφαλόσκαλο
- κηρόπανο
- κικινέλαιο
- Κινόστερνο
- κίτρινο
- κιτρινοπράσινο
- κιτρολέιμονο
- κιτρολέμονο
- κιτρόμηλο
- κλαπατσίμπαλο
- κλαπατσίμπανο
- κλειδοπίνακο
- κλέφτικο
- κλεφτόπουλο
- κλεφτοφάναρο
- κλεψίτυπο
- κληματόφυλλο
- κλωσόπουλο
- κλωσσόπουλο
- κλωστηρίδιο
- κλωστοϋφαντήριο
- κλωστρίδιο
- κνώδαλο
- κοινωνιόλεκτο
- κόκκαλο
- κόκκινο
- Κόκκινο
- κοκκινοπίπερο
- κοκκινοφάσουλο
- κοκκιοκύτταρο
- κοκορόπουλο
- κοκοφοινικόσχοινο
- κολεγιόπαιδο
- κόλιαντρο
- κολίβριο
- κολόβιο
- κολυμπηθρόξυλο
- κομματοκούταβο
- κομματόσκυλο
- κομμέρκιο
- κομμουνόσκυλο
- κομπολογάδικο
- κονταρόξυλο
- κονταροπίνελο
- κοντόβραδο
- κοντόξυλο
- κοντοπούτανο
- κοπερνίκιο
- κοπριτόσκυλο
- κοπρόσκυλο
- κοριτσόπουλο
- κορνιζάδικο
- κορόμηλο
- κόσκινο
- κότερο
- κοτόπουλο
- κουβούκλιο
- κουζινομάχαιρο
- κουκλάδικο
- κουκλοθέατρο
- κουκλόπανο
- κουκλόσπιτο
- κουκοσάλιο
- κούκουδο
- κουκουλόσπιτο
- κούμαρο
- κούμουλο
- κούμπουλο
- κούρβουλο
- κουρελόχαρτο
- κούρμπενο
- κουρούμπελο
- κουρσάρικο
- κουρτινόξυλο
- κούσαλο
- κούτελο
- κουτόχορτο
- κούτσικο
- κουτσούβελο
- κούτσουρο
- Κούτσουρο
- κουφάλογο
- κούφιο
- κραμβάλευρο
- κρασοβάρελο
- κρασοπότηρο
- κρασοστάφυλο
- κρασπεδόρειθρο
- κρεατοσάνιδο
- κρέντιτο
- κρησφύγετο
- κριθαρόψωμο
- Κρίκελλο
- κρινοδάχτυλο
- κρινολούλουδο
- κρίταμο
- κρούσταλλο
- κρυόμπλαστρο
- κυάθιο
- κυανόλευκο
- κυβόλεξο
- κυβόφιδο
- κυδωνόπαστο
- κυκλάμινο
- κύκλοτρο
- κυκλοτρόνιο
- κύμινο
- κύναγχο
- κυνηγόσκυλο
- κυπαρισσόμηλο
- κυπαρισσόξυλο
- κυπροκούδουνο
- κφόγουρνο
- κωλάδικο