Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Μετοχές παθητικού παρακειμένου σε -μένος, -η, -ο με σταθερό τόνο.
- ο αγαπημένος, η αγαπημένο, το αγαπημένο
Κλίνεται όπως το παροξύτονο επίθετο 'μεγάλος'
για τους συντάκτες: {{el-κλίση-'όμορφος'}} |
Pages in category "Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)"
- αβανιοκαμένος
- αβγατισμένος
- αβγοκομμένος
- αβγωμένος
- αγανακτισμένος
- αγαναχτισμένος
- αγαπημένος
- αγγελοκαμωμένος
- αγγελοφτιαγμένος
- αγγελοφτιασμένος
- αγγιγμένος
- αγγλοθρεμμένος
- αγεροχτυπημένος
- αγιασμένος
- αγιοκαταταγμένος
- αγιοποιημένος
- αγκαζαρισμένος
- αγκαλιασμένος
- αγκιστρωμένος
- αγκυλωμένος
- αγκυροβολημένος
- αγνοημένος
- αγορασμένος
- αγουρογερασμένος
- αγουροθερισμένος
- αγουροξυπνημένος
- αγουροτσακισμένος
- αγριεμένος
- αγρυπνισμένος
- αγχωμένος
- αδειασμένος
- αδειοδοτημένος
- αδελφωμένος
- αδικημένος
- αδικομοιρασμένος
- αδικοπονεμένος
- αδικοσκοτωμένος
- αδικοσταυρωμένος
- αδικοχαμένος
- αδρανοποιημένος
- αδυνατισμένος
- αερισμένος
- αεροχτυπημένος
- αηδιασμένος
- αθροισμένος
- αθωωμένος
- αιματοβαμμένος
- αιματοβρεγμένος
- αιματοκυλισμένος
- αιτιολογημένος
- αιφνιδιασμένος
- αιχμαλωτισμένος
- ακινητοποιημένος
- ακονισμένος
- ακουμπισμένος
- ακουσμένος
- ακριβοζυγισμένος
- ακριβοπληρωμένος
- ακριβοπουλημένος
- ακροβολισμένος
- ακρωτηριασμένος
- ακυρωμένος
- αλαλιασμένος
- αλαργοξορισμένος
- αλατισμένος
- αλαφιασμένος
- αλαφροσκυμμένος
- αλαφρωμένος
- αλειμμένος
- αλεσμένος
- αλευρογυρισμένος
- αλευρωμένος
- αλλαγμένος
- αλληλοεξαρτημένος
- αλληλομαχαιρωμένος
- αλλοιωμένος
- αλλοπαρμένος
- αλλοτριωμένος
- αλογονωμένος
- αλυσοδεμένος
- αλφαδιασμένος
- αλωνισμένος
- αμαυρωμένος
- αμβλυμμένος
- αμελημένος
- αμερικανοθρεμμένος
- αμερικανοποιημένος
- αμμοστρωμένος
- αμολημένος
- αμπαλαρισμένος
- αμπαρωμένος
- αμποδεμένος
- αμφισβητημένος
- αναβαθμισμένος
- αναβαθμολογημένος
- αναβαπτισμένος
- αναβιωμένος
- αναβρασμένος
- αναγεγραμμένος
- αναγεννημένος
- αναγκασμένος
- αναγνωρισμένος
- αναγνωσμένος
- αναγομωμένος
- αναγορευμένος
- αναγουλιασμένος
- αναγραμματισμένος
- αναγραμμένος
- αναδασωμένος
- αναδειγμένος
- αναδευμένος
- αναδημιουργημένος
- αναδημοσιευμένος
- αναδιαρθρωμένος
- αναδιοργανωμένος
- αναδιπλασιασμένος
- αναδιπλωμένος
- αναζητημένος
- αναζωογονημένος
- αναζωπυρωμένος
- αναθεματισμένος
- αναθεωρημένος
- αναθρεμμένος
- αναισθητοποιημένος
- ανακαθισμένος
- ανακαινισμένος
- ανακαταμετρημένος
- ανακατασκευασμένος
- ανακαταταγμένος
- ανακατεμένος
- ανακατωμένος
- ανακεκαμμένος
- ανακλαδισμένος
- ανακλιμένος
- ανακοστολογημένος
- ανακουφισμένος
- ανακυκλωμένος
- ανακυρτωμένος
- αναλυμένος
- αναμαλλιασμένος
- αναμασημένος
- αναμειγμένος
- αναμεμειγμένος
- αναμεμιγμένος
- αναμερισμένος
- αναμετρημένος
- αναμιγμένος
- αναμμένος
- ανανεωμένος
- αναοριοθετημένος
- αναπαλαιωμένος
- αναπαυμένος
- αναπεπταμένος
- αναπλασμένος
- αναπληρωμένος
- αναποδιασμένος
- αναποδογυρισμένος
- αναπροσανατολισμένος
- αναπροσαρμοσμένος
- αναπτερωμένος
- αναπτυγμένος
- αναπυρωμένος
- αναρροφημένος
- αναρρωμένος
- αναρτημένος
- ανασηκωμένος
- ανασκαλεμένος
- ανασκαμμένος
- ανασκευασμένος
- ανασκολοπισμένος
- ανασκουμπωμένος
- αναστατωμένος
- αναστεναμένος
- αναστηλωμένος
- αναστημένος
- αναστομωμένος
- αναστυλωμένος
- ανασυγκεφαλαιωμένος
- ανασυγκροτημένος
- ανασυνδεμένος
- ανασυνδυασμένος
- ανασυνταγμένος
- ανασυντεταγμένος
- ανασυρμένος
- ανασχηματισμένος
- αναταραγμένος
- ανατεθειμένος
- ανατιμημένος
- ανατιναγμένος
- ανατοκισμένος
- ανατοποθετημένος
- ανατριχιασμένος
- ανατροφοδοτημένος
- ανατσουτσουρωμένος
- ανατυπωμένος
- αναφτερωμένος
- αναφυτεμένος
- αναχαιτισμένος
- αναχρονισμένος
- αναψοκοκκινισμένος
- ανδρειωμένος
- ανδρωμένος
- ανεβασμένος
- ανεγνωρισμένος
- ανειλημμένος
- ανειμένος
- ανελκυσμένος
- ανεμισμένος
- ανεμοδαρμένος
- ανενεργοποιημένος
- ανεξαρτητοποιημένος
- ανεπτυγμένος
- ανεσκαμμένος
- ανεσταλμένος
- ανεστραμμένος
- ανεφοδιασμένος
- ανηγμένος
- ανηρημένος
- ανθισμένος
- ανθολογημένος
- ανθοστεφανωμένος
- ανθοστολισμένος
- ανθοφορεμένος
- ανισοπεδοποιημένος
- ανιχνευμένος
- ανοιγμένος
- ανοικοδομημένος
- ανορθογραφημένος
- ανορθωμένος
- ανοσοκατεσταλμένος
- ανοσοποιημένος
- ανταλλαγμένος
- ανταμωμένος
- ανταποδομένος
- ανταριασμένος
- αντασφαλισμένος
- αντεστραμμένος
- αντιγραμμένος
- αντιδανεισμένος
- αντικαταστημένος
- αντικατεστημένος
- αντικατοπτρισμένος
- αντικειμενικοποιημένος
- αντικειμενοποιημένος
- αντικρισμένος
- αντιμετωπισμένος
- αντιπαραταγμένος
- αντιποιημένος
- αντιπροσωπευμένος
- αντισταθμισμένος
- αντιστοιχισμένος
- αντιστραμμένος
- αντιστυλωμένος
- αντιτεθειμένος
- αντλημένος
- αντραλεμένος
- αντραλισμένος
- αντρειεμένος
- αντρειωμένος
- αντρωμένος
- ανυψωμένος
- αξιολογημένος
- αξιοποιημένος
- αξιωμένος
- απαγγελμένος
- απαγκιασμένος
- απαγκιστρωμένος
- απαγορευμένος
- απαγχονισμένος
- απαερισμένος
- απαθανατισμένος
- απαθλιωμένος
- απαλειμμένος
- απαλλαγμένος
- απαλλοτριωμένος
- απαλυμένος
- απανθρακωμένος
- απαντημένος
- απαξιωμένος
- απαριθμημένος
- απαρνημένος
- απαρτισμένος
- απαρχαιωμένος
- απασβεστωμένος
- απασφαλισμένος
- απασχολημένος
- απατημένος
- απαυδημένος
- απαυδισμένος
- απαυτωμένος
- απεγκατεστημένος
- απεγκλωβισμένος
- απεγνωσμένος
- απεικονισμένος
- απειλημένος
- απελασμένος
- απελευθερωμένος
- απελπισμένος
- απενεργοποιημένος
- απενοχοποιημένος
- απενταγμένος
- απεντερωμένος
- απεξαρτημένος
- απεσταγμένος
- απεσταλμένος
- απευαισθητοποιημένος
- απηγγελμένος
- απηλλαγμένος
- απησχολημένος
- απιονισμένος
- απιοντισμένος
- απισχνασμένος
- απλοποιημένος
- απλουστευμένος
- απλωμένος
- αποβεβλημένος
- αποβιβασμένος
- αποβλακωμένος
- αποβλημένος
- αποβουτυρωμένος
- απογαλακτισμένος
- απογεγραμμένος
- απογειωμένος
- απογεμισμένος
- απογοητευμένος
- απογραμμένος
- απογυμνωμένος
- αποδεδειγμένος
- αποδεδομένος
- αποδειγμένος
- αποδεκατισμένος
- αποδελτιωμένος
- αποδεσμευμένος
- αποδιαλεγμένος
- αποδιαρθρωμένος
- αποδιεθνοποιημένος
- αποδιοργανωμένος
- αποδιωγμένος
- αποδοκιμασμένος
- αποδομένος
- αποδοσμένος
- αποδυναμωμένος
- αποζημιωμένος
- αποθαλασσωμένος
- αποθαμένος
- αποθαρρεμένος
- αποθαρρημένος
- αποθαρρυμένος
- αποθεραπευμένος
- αποθερισμένος
- αποθεωμένος
- αποθηκευμένος
- αποθηριωμένος
- αποθησαυρισμένος
- αποθρασυμένος
- αποϊδεολογικοποιημένος
- αποικισμένος
- αποικοδομημένος
- αποκαθηλωμένος
- αποκαλυμμένος
- αποκαμωμένος
- αποκαρδιωμένος
- αποκαταστημένος
- αποκατεστημένος
- αποκεντρωμένος
- αποκερατωμένος
- αποκεφαλισμένος
- αποκηρυγμένος
- αποκλεισμένος
- αποκληρωμένος
- αποκλιμακωμένος
- αποκοιμισμένος
- αποκολλημένος
- αποκομισμένος
- αποκομματικοποιημένος
- αποκομμένος
- αποκορυφωμένος
- αποκρουσμένος
- αποκρυμμένος
- αποκρυπτογραφημένος
- αποκρυσταλλωμένος
- αποκτημένος
- αποκτηνωμένος
- απολακτισμένος
- απολεξικοποιημένος
- απολεπισμένος
- απολησμονημένος
- απολιθωμένος
- απολιτικοποιημένος
- απολογημένος
- απολυμασμένος
- απολυμένος
- απολυτοποιημένος
- απολυτρωμένος
- απομαγνητισμένος
- απομαγνητοφωνημένος
- απομακρυσμένος
- απομνημονευμένος
- απομονωμένος
- απομυθοποιημένος
- απομωραμένος
- αποναρκωμένος
- απονεκρωμένος
- απονεμημένος
- απονενοημένος
- απονευρωμένος
- απονομιμοποιημένος
- αποξενωμένος
- αποξεραμένος
- αποξεσμένος
- αποξεχασμένος
- αποξηλωμένος
- αποξηραμένος
- αποξυγονωμένος
- αποξυλωμένος
- αποπαρμένος
- αποπερατωμένος
- αποπλανημένος
- αποπληθωρισμένος
- αποπληρωμένος
- αποπλυμένος
- αποποιημένος
- αποποινικοποιημένος
- αποπολιτικοποιημένος
- αποπροσανατολισμένος
- αποπροσωποποιημένος
- αποπυρηνικοποιημένος
- αποπυρηνωμένος
- απορημένος
- απορριμμένος
- απορροφημένος
- απορρυθμισμένος
- απορφανεμένος
- απορφανισμένος
- αποσαθρωμένος
- αποσαρωμένος
- αποσαφηνισμένος
- αποσβεσμένος
- αποσβησμένος
- αποσβολωμένος
- αποσιωπημένος
- αποσκελετωμένος
- αποσκεπασμένος
- αποσκληρυμένος
- αποσκληρωμένος
- αποσκορακισμένος
- αποσοβημένος
- αποσπασμένος
- αποσταγμένος
- αποσταθεροποιημένος
- αποσταλαγμένος
- αποσταλμένος
- αποσταμένος
- αποστασιοποιημένος
- αποστεγνωμένος
- αποστειρωμένος
- αποστερημένος
- αποστεωμένος
- αποστηθισμένος
- αποστομωμένος
- αποστραβωμένος
- αποστραγγισμένος
- αποστρατευμένος
- αποστρατικοποιημένος
- αποστρατιωτικοποιημένος
- αποσυμπιεσμένος
- αποσυμφορημένος
- αποσυναρμολογημένος
- αποσυνδεδεμένος
- αποσυνδεμένος
- αποσυνθεμένος
- αποσυντεθειμένος
- αποσυντονισμένος
- αποσυρμένος
- αποσυσχετισμένος
- αποσφραγισμένος
- αποσχηματισμένος
- αποσχισμένος
- αποσωματοποιημένος
- αποσωμένος
- αποταγμένος
- αποταμιευμένος
- αποτεθειμένος
- αποτελειωμένος
- αποτελεσμένος
- αποτελματωμένος
- αποτεφρωμένος
- αποτιμημένος
- αποτιναγμένος
- αποτιτανωμένος
- αποτοιχισμένος
- αποτοξινωμένος
- αποτραβηγμένος
- αποτρελαμένος
- αποτριχωμένος
- αποτροπιασμένος
- αποτυπωμένος
- αποτυχημένος
- αποϋλοποιημένος
- αποφασισμένος
- αποφλοιωμένος
- αποφορτισμένος
- αποφορτωμένος
- αποφραγμένος
- αποφυλακισμένος
- αποχαιρετισμένος
- αποχαλινωμένος
- αποχαυνωμένος
- αποχερσωμένος
- αποχλομιασμένος
- αποχλωμιαμένος
- αποχλωριωμένος
- αποχριστιανοποιημένος
- αποχρωματισμένος
- αποχτημένος
- αποχυμένος
- αποχωρισμένος
- αποψιλωμένος
- αποψυγμένος
- απσταθεροποιημένος
- απωθημένος
- αραβουργημένος
- αραγμένος
- αραδιασμένος
- αραιοδομημένος
- αραιοκατοικημένος
- αραιοφυτεμένος
- αραιωμένος
- αραξοβολημένος
- αραχνιασμένος
- αραχνοκεντημένος
- αργασμένος
- αργοξυπνημένος
- αργοπορημένος
- αργυροκεντημένος
- αργυροχρυσοκεντημένος
- αρδευμένος
- αρθρωμένος
- αριθμημένος
- αριοφυτεμένος
- αρμαθιασμένος
- αρματωμένος
- αρμεγμένος
- αρμενοβαφτισμένος
- αρμοσμένος
- αροτριωμένος
- αρπαγμένος
- αρραβωνιασμένος
- αρρεβωνιασμένος
- αρρωστημένος
- αρτυμένος
- αρχειοθετημένος
- αρχινισμένος
- αρωματισμένος
- ασβεστωμένος
- ασημοκαπλαντισμένος
- ασημοκαπνισμένος
- ασημωμένος
- ασκημένος
- ασπασμένος
- ασπρισμένος
- ασπροεντυμένος
- ασπροντυμένος
- ασπροφορεμένος
- ασταρωμένος
- αστερωμένος
- αστικοποιημένος
- αστοχημένος
- αστοχισμένος
- αστρακωμένος
- αστροσπαρμένος
- αστροστεφανωμένος
- αστροστολισμένος
- ασφαλισμένος
- ασφαλτοστρωμένος
- ασφαλτωμένος
- ασχημισμένος
- ασχημοντυμένος
- ατιμασμένος
- ατμοποιημένος
- ατομικευμένος
- ατροφημένος
- ατσαλωμένος
- αυγοκομμένος
- αυγωμένος
- αυλακωμένος
- αυξημένος
- αυξομειωμένος
- αυστραλογεννημένος
- αυτασφαλισμένος
- αυτεγκλωβισμένος
- αυτοακυρωμένος
- αυτοανακηρυγμένος
- αυτογελοιοποιημένος
- αυτοδεσμευμένος
- αυτοδιαφημισμένος
- αυτοδιορισμένος
- αυτοεξορισμένος
- αυτοϊκανοποιημένος
- αυτοκαταδικασμένος
- αυτοκαταργημένος
- αυτολογοκριμένος
- αυτοματοποιημένος
- αυτονομασμένος
- αυτονομημένος
- αυτοονομασμένος
- αυτοπαρουσιασμένος
- αυτοπεριορισμένος
- αυτοπυρπολημένος
- αυτορυθμισμένος
- αυτοσυγκεντρωμένος
- αυτοσυγκρατημένος
- αυτοσυνειδητοποιημένος
- αυτοσυντηρημένος
- αυτοσχεδιασμένος
- αυτοτιμωρημένος
- αυτοτραυματισμένος
- αυτοτροφοδοτημένος
- αυτοχαρακτηρισμένος
- αυτοχειριασμένος
- αφαιρεμένος
- αφανισμένος
- αφελληνισμένος
- αφερματισμένος
- αφημένος
- αφηνιασμένος
- αφηρημένος
- αφηρωισμένος
- αφιεραρχημένος
- αφιερωμένος
- αφιονισμένος
- αφισοκολλημένος
- αφομοιωμένος
- αφοπλισμένος
- αφορεσμένος
- αφορισμένος
- αφορμισμένος
- αφοσιωμένος
- αφρατεμένος
- αφρισμένος
- αφροπλασμένος
- αφροστεφανωμένος
- αφυδατωμένος
- αφυπνισμένος
- αχνισμένος
- αχνοζωγραφισμένος
- αχυροστρωμένος
- βαθμοθετημένος
- βαθμολογημένος
- βαθμομετρημένος
- βαθμονομημένος
- βαθουλωμένος
- βαλκανοποιημένος
- βαλμένος
- βαλσαμωμένος
- βαλτωμένος
- βαμμένος
- βαπτισμένος
- βαραθρωμένος
- βαρβατεμένος
- βαργεστημένος
- βαρεμένος
- βαριεστημένος
- βαρυγκομισμένος
- βαρυγκωμισμένος
- βαρυστομαχιασμένος
- βαρυφορτωμένος
- βασανισμένος
- βασιλεμένος
- βασισμένος
- βασκαμένος
- βασταγμένος
- βαστηγμένος
- βατεμένος
- βατσιναρισμένος
- βαυκαλισμένος
- βαφτισμένος
- βγαλμένος
- βεβαιωμένος
- βεβαρημένος
- βεβαρυμένος
- βεβηλωμένος
- βεβιασμένος
- βελονιασμένος
- βελτιστοποιημένος
- βελτιωμένος
- βερνικωμένος
- βιασμένος
- βιβλιογραφημένος
- βιβλιοδετημένος
- βιδωμένος
- βιντεοσκοπημένος
- βιομηχανοποιημένος
- βιωμένος
- βλαμμένος
- βλαστισμένος
- βλεφαριασμένος
- βλογημένος
- βλογιοκομμένος
- βοηθημένος
- βολεμένος
- βολιδοσκοπημένος
- βομβαρδισμένος
- βοσκημένος
- βοτανισμένος
- βοτανολογημένος
- βουβαμένος
- βουλιαγμένος
- βουλωμένος
- βουρκωμένος
- βουρλισμένος
- βουρτσισμένος
- βουτηγμένος
- βουτυρωμένος
- βραβευμένος
- βρακωμένος
- βρασμένος
- βραχνιασμένος
- βραχυκυκλωμένος
- βρεγμένος
- βρεφοκομημένος
- βρικολακιασμένος
- βρισμένος
- βρομισμένος
- βροντημένος
- βυζαγμένος
- βυθισμένος
- βυθομετρημένος
- βυθοσκοπημένος
- γαγγραινιασμένος
- γαζωμένος
- γαλακτοποιημένος
- γαλβανισμένος
- γαληνεμένος
- γαλουχημένος
- γαμημένος
- γανιασμένος
- γαντζωμένος
- γαντοφορεμένος
- γανωμένος
- γαργαλεμένος
- γαργαλημένος
- γαργαλισμένος
- γαριασμένος
- γαρνιρισμένος
- γατσιασμένος
- γγαστρωμένος
- γδαρμένος
- γδικημένος
- γδυμένος
- γειωμένος
- γελασμένος
- γελοιογραφημένος
- γελοιοποιημένος
- γεμισμένος
- γενικευμένος
- γεννημένος
- γερασμένος
- γερμανοποιημένος
- γερμένος
- γεροδεμένος
- γεροκομημένος
- γεροντομπασμένος
- γεροπαραλυμένος
- γεροφτιαγμένος
- γεφυρωμένος
- γηπεδοποιημένος
- γηροκομημένος
- γητεμένος
- γιαουρτωμένος
- γιατρεμένος
- γιγαντεμένος
- γιγαντωμένος
- γινατεμένος
- γινωμένος
- γιομισμένος
- γιορτασμένος
- γιορτοφορεμένος
- γιουχαϊσμένος
- γιουχαρισμένος
- γκαζωμένος
- γκαντεμιασμένος
- γκαργκανιασμένος
- γκαστρωμένος
- γκετοποιημένος
- γκλιτσαρισμένος
- γκρεμισμένος
- γκρεμοτσακισμένος
- γλαρωμένος
- γλειμμένος
- γλιτσιασμένος
- γλιτωμένος
- γλυκαμένος
- γλυκοκοιμισμένος
- γλυκοκοιταγμένος
- γλυκοτραγουδημένος
- γλυκοφιλημένος
- γλυμμένος
- γλωσσοφαγωμένος
- γνεσμένος
- γνοιασμένος
- γνωρισμένος
- γνωστοποιημένος
- γοητευμένος
- γομωμένος
- γονατισμένος
- γονιμοποιημένος
- γουρλωμένος
- γουρμασμένος
- γουρουνομαθημένος
- γουρσουζεμένος
- γραβατοφορεμένος
- γραβατωμένος
- γραδαρισμένος
- γραμματισμένος
- γραμμένος
- γραμμογραφημένος
- γραμμοσκιασμένος
- γραμμωμένος
- γραπωμένος
- γρασαρισμένος
- γρατζουνισμένος
- γρατσουνισμένος
- γριπιασμένος
- γριπωμένος
- γρονθοκοπημένος
- γρουσουζεμένος
- γυαλισμένος
- γυμνασμένος
- γυμνωμένος
- γυρεμένος
- γυρισμένος
- γυψωμένος
- γωνιασμένος
- δαγκαμένος
- δαγκωμένος
- δαιμνοπαρμένος
- δαιμονισμένος
- δαιμονοπαρμένος
- δακρυσμένος
- δακτυλιωμένος
- δακτυλογραφημένος
- δαμαλισμένος
- δαμασμένος
- δανειοδοτημένος
- δανεισμένος
- δαπανημένος
- δαρμένος
- δασκαλεμένος
- δασμολογημένος
- δασωμένος
- δαφνοστεφανωμένος
- δαχτυλογραφημένος
- δεδηλωμένος
- δεδομένος
- δεδουλευμένος
- δειγμένος
- δεικτοποιημένος
- δεκαπλασιασμένος
- δελεασμένος
- δεματιασμένος
- δεμένος
- δενδροφυτεμένος
- δεντροφυτεμένος
- δεντρωμένος
- δεξιωμένος
- δεσμευμένος
- δευτερωμένος
- δηλητηριασμένος
- δηλοποιημένος
- δηλωμένος
- δημευμένος
- δημιουργημένος
- δημοπρατημένος
- δημοσιευμένος
- δημοσιοποιημένος
- δημοσκοπημένος
- διαβαθμισμένος
- διαβασμένος
- διαβεβαιωμένος
- διαβεβλημένος
- διαβιβασμένος
- διαβολεμένος
- διαβολοσταλμένος
- διαβρωμένος
- διαγγελμένος
- διαγκωνισμένος
- διαγουμισμένος
- διαγραμμένος
- διαγραμμισμένος
- διαδεδομένος
- διαδηλωμένος
- διαδικτυωμένος
- διαδραματισμένος
- διαζευγμένος
- διαθερμασμένος
- διαθλασμένος
- διαιρεμένος
- διαιωνισμένος
- διακανονισμένος
- διακεκαυμένος
- διακεκομμένος
- διακεκριμένος
- διακηρυγμένος
- διακινδυνευμένος
- διακινημένος
- διακλαδισμένος
- διακλαδωμένος
- διακορευμένος
- διακοσμημένος
- διακριβωμένος
- διακυβερνημένος
- διακυβευμένος
- διακωμωδημένος
- διαλαλημένος
- διαλεγμένος
- διαλογισμένος
- διαλυμένος
- διαμελισμένος
- διαμερισμένος
- διαμεσολαβημένος
- διαμετακομισμένος
- διαμετρημένος
- διαμηνυμένος
- διαμοιρασμένος
- διαμορφωμένος
- διαμφισβητημένος
- διανεμημένος
- διανεμισμένος
- διανθισμένος
- διανοιγμένος
- διανυμένος
- διανυσμένος
- διαολεμένος
- διαπαιδαγωγημένος
- διαπερασμένος
- διαπιστευμένος
- διαπιστωμένος
- διαπλασμένος
- διαπλατυμένος
- διαπλατυσμένος
- διαπλεγμένος
- διαπληκτισμένος
- διαπομπευμένος
- διαπορθμεμένος
- διαποτισμένος
- διαπραγμένος
- διαρθρωμένος
- διαρπαγμένος
- διαρρυθμισμένος
- διασαφημένος
- διασαφηνισμένος
- διασαφισμένος
- διασκεδασμένος
- διασκελισμένος
- διασκευασμένος
- διασκορπισμένος
- διασπαθισμένος
- διασπαρμένος
- διασπασμένος
- διασταυρωμένος
- διαστρεβλωμένος
- διαστρωματωμένος
- διασυνδεδεμένος
- διασυρμένος
- διασφαλισμένος
- διασχισμένος
- διασωληνωμένος
- διασωσμένος
- διαταγμένος
- διαταραγμένος
- διατεθειμένος
- διατεταγμένος
- διατεταμένος
- διατηρημένος
- διατιμημένος
- διατρανωμένος
- διατρυπημένος
- διατυμπανισμένος
- διατυπωμένος
- διαυγασμένος
- διαφεντεμένος
- διαφεντευμένος
- διαφημισμένος
- διαφθαρμένος
- διαφοροποιημένος
- διαφυλαγμένος
- διαφωτισμένος
- διαχαραγμένος
- διαχειμασμένος
- διαχειρισμένος
- διαχυμένος
- διαχωρισμένος
- διαψευσμένος
- διαψυγμένος
- διβολισμένος
- διδαγμένος
- διεγερμένος
- διεγνωσμένος
- διεθνοποιημένος